1347

Tango Bar

Αρχείο Παίχτηκε από 06/05/2019 έως 27/05/2019
στο Άβατον
Διάρκεια: 90' (χωρίς διάλειμμα)
Κείμενο: Περικλής Κοροβέσης
Σκηνοθέτης: Σπύρος Μιχαλόπουλος
Σκηνογραφία: Γιάννης Μυρσιώτης
Φωτισμοί: Γιώργος Παπαδόπουλος
Μουσική: Χριστίνα Κανάκη
Μουσική σύνθεση: Χριστίνα Κανάκη
Ερμηνεύουν: Χρήστος Αυλωνίτης (Λάκης), Κωστας Κονταράτος (Φώντας)

Περιγραφή

Μετά τη θερμή υποδοχή του κοινού το “Tango Bar” του Περικλή Κοροβέση, σε σκηνοθεσία Σπύρου Μιχαλόπουλου, παίρνει παράταση.

Για 8 ακόμη παραστάσεις, τις Δευτέρες & Τρίτες του Μαΐου, η σκηνή του θεάτρου Άβατον θα μεταμορφώνεται σε μπαρ. Αυτό είναι το φυσικό περιβάλλον όπου δρουν οι κεντρικοί χαρακτήρες, τους οποίους υποδύονται ο Χρήστος Αυλωνίτης και ο Κώστας Κονταράτος.

Ο Σπύρος Μιχαλόπουλος και ένα ντουέτο αξιόλογων ηθοποιών (Χρήστος Αυλωνίτης, Κώστας Κονταράτος) μεταφέρουν στη σκηνή του θεάτρου Άβατον την μαύρη κωμωδία του Περικλή Κοροβέση “Tango Bar”.

Περισσότερα

Το βιβλίο του γνωστού συγγραφέα και δημοσιογράφου κυκλοφόρησε το 1988 και η πλοκή του εκτυλίσσεται σ’ ένα μπαρ στο κέντρο της πόλης τη δεκαετία του 1980. Το μπαρ είναι έτοιμο να κλείσει όταν εμφανίζεται ο Λάκης, ένας αποτυχημένος θεατρικός συγγραφέας. Η συζήτησή του με τον Φώντα, ιδιοκτήτη του μπαρ και αποτυχημένο ηθοποιό θα κρατήσει ως τα χαράματα.

Οι δυο τους θα τσακωθούν, θ’ αγαπηθούν, θ’ ασκήσουν σκληρή κριτική ο ένας στον άλλο. Η σχέση τους θα περάσει από τρικυμίες, δηλαδή ό,τι ακριβώς συμβαίνει από τότε που ήταν παιδιά. Ό,τι συμβαίνει και τώρα, που είναι ενήλικες, κάθε βράδυ.

Θαρρείς κι η ζωή τους είναι ένα tango, εφιαλτικό και τρυφερό μαζί που το χορεύουν σε λούπα. Ή ένα παιχνίδι εξουσίας που αλλάζει διαρκώς χέρια, σαν φαύλος κύκλος που πότε τους απομακρύνει και πότε τους φέρνει πιο κοντά στον πυρήνα της σχέσης και της υπαρξής τους.

Σκηνοθετικό σημείωμα
«…Τη κρίση μας δεν την παίρνουμε ποτέ σαν σημάδι τιμιότητας, σαν σημείο αντίστασης, σαν ιδεολογία άρνησης. Δεν παίρνουμε ποτέ την αποτυχία σαν δικιά μας επιτυχία. Αποτύχαμε να γίνουμε αυτό που θέλουν οι άλλοι, άρα είμαστε κοντά σ’ εμάς τους ίδιους, κοντά στον εαυτό μας…».

 Αυτή η φράση του Λάκη, από το κείμενο του Κοροβέση, είναι η κεντρική ιδέα του έργου. Το “Tango Bar” είναι μια πραγματικότητα, μια αλήθεια. Είναι η σχέση ενός αποτυχημένου ηθοποιού, αλλά επιτυχημένου μπάρμαν και ενός αποτυχημένου θεατρικού συγγραφέα.
Χαρακτήρες με πάθη, με ουσία, με υπόσταση.

Με το που έφτασε στα χέρια μου το κείμενο, σκέφτηκα πολύ σοβαρά να το ανεβάσω και κάπως έτσι, ένα βροχερό βράδυ, συνάντησα τον Περικλή Κοροβέση. Η συνάντηση αυτή ήταν καθοριστική. Έφυγα από το σπίτι του πιο σίγουρος από ποτέ. Δουλεύοντας σκληρά με δύο αξιόλογους και ιδιαίτερους ηθοποιούς, τον Χρήστο Αυλωνίτη και τον Κώστα Κονταράτο, το “Tango Bar” φτάνει στην πρεμιέρα του. Είναι εδώ λοιπόν, μπροστά σας, έτοιμο να σας κάνει να σκεφτείτε, να κλάψετε, να γελάσετε, μα πάνω από όλα να μας θυμίσει ότι, όπως λέει κι ένας από τους ήρωες του έργου,  «φόβος και λογική είναι το ίδιο. Να παίζεις με το φόβο σου, να βρίσκεσαι εκεί που φοβάσαι, αυτό είναι να κάνεις κάτι…».
Σπύρος Μιχαλόπουλος

Βοηθοί σκηνοθέτη: Μάρω Χασιώτη, Κατερίνα Σκέμπη
Προβολή και επικοινωνία: Βάσω Σωτηρίου-We Will

Βιογραφικό σκηνοθέτη
Ο Σπύρος Μιχαλόπουλος είναι απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου, Θεάτρου και Τηλεόρασης του Λοτζ (Πολωνία), καθώς και της Σχολής Κινηματογράφου Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου. Ξεκίνησε το 1984 σαν βοηθός σκηνοθέτη, ενώ σύντομα πέρασε και στην παραγωγή. Έως σήμερα έχει σκηνοθετήσει ταινίες, ντοκιμαντέρ, θεατρικές παραστάσεις, τηλεοπτικές σειρές, εκπομπές και διαφημιστικά σποτ. Ενδεικτικά κάποιες από τις δουλειές του: η ταινία μεγάλου μήκους «Λούνα Μπαρ», σε σενάριο της Ειρήνης Λουκάτου, οι τηλεοπτικές σειρές «Παρθένα Ζωή»-Antenna, «Ευτυχίας 22»- ΣΚΑΪ, «Πολυκατοικία»-Mega καθώς και οι παραστάσεις «Ένα» της Ειρήνης Λουκάτου στο Θέατρο Ροές και "JORDAN" του Bufini-Reynolds. Αυτή τη σεζόν σκηνοθετεί μαζί με τους Αλέξανδρο Πανταζούδη και τον Αντώνη Σωτηρόπουλο την καθημερινή σειρά μυστηρίου του Antenna «Η Επιστροφή».
Είναι μέλος του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου και της Ελληνικής Εταιρείας Σκηνοθετών.

Φωτογραφίες

5 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Μια παράσταση σε ένα μπαράκι μιας περασμένης δεκαετίας, στον φυσικό του χώρο. Η φαντασία και η πραγματικότητα, η αλήθεια και το ψέμα, η φιλία και η διαμάχη, η ήρεμη κουβέντα και η ένταση, όλα τα στοιχεία συνυπάρχουν μέσα στη σχέση των δύο ανδρών, τα αναγνωρίζεις εναλλάξ και κατόπιν πάλι ανακατεύονται και μεταμορφώνονται- και όλα αυτά σε μία νύχτα ή και παραπάνω; ή σε μια ολόκληρη ζωή; Πολύ ωραίες οι σκηνές με τους μονόλογους, με τον διαφορετικό φωτισμό, όταν οι σκέψεις του Λάκη ήταν και απόσπασμα του έργου του.
    Πολύ καλές ερμηνείες, φυσικές, ρεαλιστικές.
    Καλή δουλειά, μπράβο! Ευχαριστώ πολύ Θεατρομάνια για την πρόσκληση!

  2. Από τον Κωνσταντίνο Πλατή

    Στο σπουδαίο αυτό έργο του Περικλή Κοροβέση υπάρχει έκδηλη διακειμενικότητα με το έργο του Μπέκετ "Περιμένοντας το Γκοντό". Το κοινό, δηλαδή, παρακολουθεί δύο φίλους να κάνουν σχέδια τα οποία είναι ανύπαρκτα και να θέλουν να φύγουν από το χώρο που βρίσκονται αλλά να παραμένουν συνέχεια εκεί. Στο Tango bar όπου η επιτυχία μέσα από τα μάτια των άλλων, φαίνεται εν τέλει να είναι η αποτυχία τους και το αντίθετο.

    Η σκηνοθεσία του Σπύρου Μιχαλόπουλου έχει δώσει την ελευθερία στους δύο ηθοποιούς να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους, σε ένα έργο που απαιτεί κυρίως ερμηνείες και σίγουρα ως "τρίτο μάτι" βοηθάει στη διατήρηση του καλού ρυθμού στην παράσταση και στη δημιουργία πολύ καλής "χημείας" μεταξύ των ηθοποιών.

    Ο Κωστας Κονταράτος ως Φώντας δίνει μια αξιοζήλευτη ερμηνεία στο κοινό. Είναι ο γήινος χαρακτήρας του έργου που διατηρεί το ρεαλιστικό πλαίσιο και "σπάει" όταν χρειάζεται για να υπενθυμίσει στο θεατή τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

    Ο Κώστας Αυλωνίτης καταφέρνει ακόμα και την όχι τόσο καλή άρθρωση του, να την εντάξει ως στοιχείο στο ρόλο του και αφομοιώνοντας όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτεί ο χαρακτήρας του. Γίνεται εύθραυστος ή θρασύς, ευαίσθητος ή κοινικός, ειλικρινής ή ψεύτης και είναι αυτός που ουσιαστικά αναδυκνείει το "πίσω" κείμενο του έργου. Είναι ο χαρακτήρας με τον οποίο αποφεύγουμε να συναναστραφούμε στην καθημερινότητα μας, ένα luben στοιχείο, παρακμιακό αλλά και τόσο ποιητικό που βρίσκεται σε αντίθεση με τον ανθρωποφαγικό ρυθμό της καθημερινότητας και γι' αυτό τον συναντάμε μόνο τη νύχτα και με την απαραίτητη βοήθεια από το αλκοόλ βρίσκουμε και εμείς λίγο από τον πραγματικό μας εαυτό.

    Η μουσική της παράστασης από την Χριστίνα Κανάκη δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα και ενισχύει τη συναισθηματική φόρτιση του θεατή.

    Φεύγοντας λοιπόν από το θέατρο κι αφού έχει ανταμείψει τους ηθοποιούς με το παρατεταμένο χειροκρότημα του, ο θεατής, σίγουρα θα αναρωτηθεί αν αυτό που είδε ήταν θεατρική παράσταση ή μήπως του δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσει τη δημιουργία μιας ρωγμής στο χωροχρόνο, αρκετή για να μετατοπίσει έστω και λίγο τη δική του σταθερή πορεία προς το τίποτα.