Κριτική για την παράσταση «Φόνισσα»

Από τον Ιωάννη Λάζιο, μέλος της ΕΕΘΜΚ (Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών)

Η παράσταση του Σωτήρη Χατζάκη ανοίγει τον δρόμο προς τον Παπαδιαμάντη μέσα από τον ήχο. Ο λόγος κινεί τη σκηνική εμπειρία, ενώ οι φωνές και οι μελωδικές ενότητες της δίνουν έναν δεύτερο παλμό. Εκεί όπου οι ερμηνευτές ενώνονται, η ιστορία της Φραγκογιαννούς αποκτά τη φωνή ενός ολόκληρου κόσμου.

Τα λυρικά μέρη είναι οι σημαντικότερες στιγμές της παράστασης. Εκεί η αφήγηση υποχωρεί και ο ήχος αναλαμβάνει να μεταφέρει όσα δεν χωρούν στις λέξεις. Οι φωνές συγκλίνουν και δημιουργούν μια κοινή ψυχική περιοχή, στην οποία ο θεατής εισέρχεται μέσα από την ακρόαση.

Η Λυδία Κονιόρδου προσφέρει στη Φραγκογιαννού μια ερμηνεία ολοκληρωτικής αφοσίωσης. Το βλέμμα της απομακρύνεται από τον ορατό κόσμο και στρέφεται προς το εσωτερικό σκοτάδι της ηρωίδας. Το σώμα της φθείρεται μπροστά μας, ενώ η φωνή της ακολουθεί τη μετατόπιση της σκέψης προς την πράξη. Η Κονιόρδου δεν παρουσιάζει απλώς μια γυναίκα που εγκληματεί· μας φέρνει κοντά στην ψυχική της συντριβή.

Δίπλα της, η Ανδριανή Τουντοπούλου, η Μίνα Λουίζου, η Αμαλία Τσεκούρα και η Φανή Λύκου συνθέτουν ένα ενιαίο σκηνικό σώμα. Κίνηση, φωνή και ρυθμός μοιάζουν να πηγάζουν από κοινή ανάσα, δημιουργώντας το ζωντανό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η ερμηνεία της Κονιόρδου. Οι τέσσερις ηθοποιοί την πλαισιώνουν με αξιοθαύμαστο συντονισμό και ενισχύουν την εσωτερική διαδρομή της Φραγκογιαννούς. Ο Σωτήρης Χατζάκης, ως αφηγητής, εντάσσει τον λόγο του σε αυτή τη συλλογική σκηνική σύνθεση.

Η κατανόηση της Φραγκογιαννούς δεν γίνεται άφεση. Η παράσταση αναδεικνύει πώς μια ζωή σημαδεμένη από τη στέρηση και την καταπίεση μπορεί να παραμορφώσει τη σκέψη, ώσπου η παραμόρφωση να γίνει πράξη. Η ηρωίδα παραμένει υπεύθυνη για τα εγκλήματά της, ενώ η κοινωνία που τη διαμόρφωσε παραμένει παρούσα μέσα στην τραγωδία της. Αυτή η διπλή θέαση κρατά τον θεατή σε ηθική εγρήγορση.

Η σκηνοθεσία προσεγγίζει την αισθητική του Παπαδιαμάντη με ευλάβεια και βαθιά προσοχή. Η διαλογική επεξεργασία του κειμένου βρίσκεται στον πυρήνα της: ο παπαδιαμαντικός λόγος συναντά τη μουσική, τη σκηνική παρουσία και τη σιωπή, διατηρώντας την ιδιοσυγκρασία του. Η παράσταση αφήνει τον ρυθμό της να αναπτυχθεί εσωτερικά, ώστε το νόημα να κερδίζεται μέσα από την ακρόαση και τον στοχασμό.

Οφείλω, τέλος, να επισημάνω με την αναγκαία ταπεινότητα πως αυτή η θεατρική συνάντηση απαιτεί πνεύμα σε εγρήγορση και αυτί ασκημένο στην ιδιοτυπία της παπαδιαμαντικής γλώσσας. Η παράσταση σε οδηγεί να δεις, να ακούσεις και να στοχαστείς. Φεύγοντας, νιώθεις πως πέρασες από έναν κόσμο με τη δική του γλώσσα και το δικό του σκοτάδι — και πως κάτι από εκείνον εξακολουθεί να σε κρατά κοντά του.

Πληροφορίες για την παράσταση: εδώ