Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Ο κατά φαντασίαν ασθενής"

Κριτική για την παράσταση "Ο κατά φαντασίαν ασθενής"

Από τη θεατρολόγο Μαρία Μαρή

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» είναι το τελευταίο θεατρικό έργο του Μολιέρου και παίχτηκε για πρώτη φορά στο Παλαί-Ρουαγιάλ, στις 10 Φεβρουαρίου του 1673. Κατά ιστορική ειρωνεία, ο Μολιέρος κατέρρευσε επί σκηνής στην τέταρτη παράσταση του έργου και πέθανε μετά από λίγες ώρες.

Ανάμεσα στις τρεις πράξεις παρεμβάλλονταν χορευτικά νούμερα και μουσικά ιντερλούδια που για την παράσταση του Μολιέρου είχε συνθέσει ο Γάλλος συνθέτης Μαρκ-Αντουάν Σαρπαντιέ.

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» του Μολιέρου είχε πρεμιέρα το Σάββατο 1η Ιανουαρίου και παίζεται κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 21:15, στο Θέατρο 104.

Αυτό το πασίγνωστο έργο της παγκόσμιας δραματουργίας, διάλεξε η ομάδα Gaff για να υποδεχτεί το νέο έτος 2022. Όλοι κουρασμένοι από μια πανδημία, που ακόμα διανύουμε και μας έχει εξουθενώσει. Οι περισσότεροι έχουν γίνει αρρωστοφοβικοί μετά τα εμβόλια. Άλλοι είναι αρνητές, άλλοι παρουσιάζουν ένα σωρό συμπτώματα, που μπορεί να είναι πραγματικά ή αποτέλεσμα μιας εμμονικής φοβίας.

Σε αυτό το πλαίσιο και ενώ ο κόσμος ακόμα είναι διστακτικός με τα θέατρα και τις συναθροίσεις, για πολλούς, παρ’ όλες τις προφυλάξεις, εξακολουθούν να είναι εκδηλώσεις προς αποφυγή.

Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Αργκάν ( Ιωσήφ Ιωσηφίδης), ο κατά φαντασίαν ασθενής είναι υποχόνδριος αισθάνεται συνεχώς άρρωστος, αν και στ' αλήθεια δεν έχει τίποτα. Εξαιρετικός ο ηθοποιός χλευάζει την ασθένειά του, γεγονός που λειτουργεί διπλά κωμικά. Γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης των γιατρών και των φαρμακοποιών που θησαυρίζουν με τη φοβία του και την αφέλειά του. Η κίνησή του, όπως και των άλλων ρόλων μπουφόνικη, θυμίζει τους lazzi της commedia dell arte και προκαλεί γέλιο. Καθηλωμένος σε μια τουαλέτα, προκειμένου να καθαρίζει τακτικά το έντερό του, μετρά με μανία την θερμοκρασία του και την πίεσή του, ενώ γυμνάζεται, όπως του έχουν υποδείξει.

Προκειμένου να έχει εικοσιτετράωρη ιατρική κάλυψη έχει κανονίσει να παντρέψει την κόρη του Αλερζίκ με τον γιο του γιατρού Ντε φορμολή, ένα μάλλον προβληματικό παιδί, τον Πτομά Φορμολή, που όμως έγινε με τα χίλια ζόρια γιατρός, όπως τόσοι άλλοι που θεωρούν ότι το επάγγελμα του γονιού τους είναι κληρονομικό χάρισμα. Πολλοί οι διαχρονικοί υπαινιγμοί του Μολιέρου, που δεν είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους γιατρούς της εποχής του. Ο καθένας λέει τη δική του άποψη, ιατρική συμβουλή και σχεδόν τρελαίνουν τον κατά φαντασίαν ασθενή, Αργκάν, επιβαρύνοντας έτσι την κατάστασή του. Ο Αργκάν σαν ξεμωραμένος με τα διάφορα σκεύη, τα παπάκια του, το γιογιό του, το πιεσόμετρό του, τον μετρητή οξυγόνου του – τελευταίως, λόγω κορωνοϊού, είναι υπαρκτός σε πολλά σπίτια - δηλώνει μόνος του :«Έχω αδυναμία, ατονία, αϋπνία, ατροφία, αλλεργία, αρρυθμία, αναφυλαξία, δυσανεξία, ημικρανία… και ένα πάθος για φροντίδα από το περιβάλλον μου που με τυφλώνει σε τέτοιο βαθμό που με απομονώνει από την πραγματικότητα με αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνομαι πόσο παρασιτικά τελικά λειτουργούν οι γύρω μου». Η γυναίκα του η Μπιμπελίν (Κορίνα Θεοδωρίδου) μια femme fatale, πανέμορφη, ελκυστική συντηρεί την παθογένειά του, προς όφελός της. Τον φωνάζει « νουλάκι» της, αρρωστούλη της, ασθενικό της αγόρι, του κάνει το γουρουνάκι, τον χειρίζεται, ενώ θέλει να βγάλει από το πεδίο της την Αλερζίκ, την κόρη του, ώστε να περιέλθει όλη η περιουσία του Αργκάν σε εκείνη.

Θα χρειαστεί η πανέξυπνη υπηρέτριά του η Τουαλέτ (Σοφία Καραγιάννη), - και ευφυής σκηνοθέτης της παράστασης- ένα από αυτά τα πανέξυπνα πλάσματα της μολιερικής και της commedia dell art παράδοσης, να σκαρφιστεί ένα κόλπο και να αντιμετωπίσει την παράνοια, ώστε να σβήσει τη φωτιά με φωτιά. Τον χτυπά με τα ίδια του τα όπλα για να τον οδηγήσει να αντιληφθεί την αλήθεια και να απελευθερωθεί από τους δαίμονές του. Σπαρταριστή ερμηνεία, μεγάλη ευελιξία ερμηνείας, παλεύει με τον Αργκάν και δέχεται να γίνει ο σάκος του μποξ για να ξεσπά τον μόνιμο εκνευρισμό του. Την αποκαλεί με όλες τις ασθένειες, κίτρινο πυρετό, λοιμώδη μονοπυρήνωση, ξεδιάντροπη ουρολοίμωξη, γρίπη των χοίρων και εκείνη κάνει υπομονή μέχρι να του δώσει το τελευταίο λυτρωτικό για όλους χτύπημα. Ο Αρνή, ο αδελφός του Αργκάν και η Τουαλέτ συνασπίζονται και πείθουν τον Αργκάν να παραστήσει το νεκρό, ώστε να ανακαλύψει ποιος πραγματικά τον αγαπάει και του είναι πιστός. Θα αποδειχθεί τελικά ότι η δεύτερη σύζυγός του, η Μπιμπελίν (Κορίνα Θεοδωρίδου) κυνηγούσε μόνο την περιουσία του, ενώ η κόρη του, η Αλερζίκ (Γεωργία Κυριαζή) τον αγαπούσε πραγματικά. Μετά τη "νεκρανάστασή" του, ο Αργκάν θα επιτρέψει στην Αλερζίκ να παντρευτεί τον άντρα, που εκείνη έχει επιλέξει.

Αίσιο τέλος, όταν επιτέλους καταλαβαίνει την υποκρισία και την κερδοσκοπία των παρατρεχάμενων γιατρών και του φαρμακοποιού Πιγκάλ καθώς και της δεύτερης γυναίκας του, της Μπιμπελίν (Κορίνα Θεοδωρίδου), που έπεσαν πάνω του σαν τις ύαινες καθώς μυρίστηκαν ψοφίμι.

Τα music Jingles, αντί των μουσικών ιντερλούδιων όπως , «το υπόθετο Αν, το χάπι χάπι για κάθε πονοκέφαλο, το Κούκκου για να σου κάνει κούκου, το αντισταμινικό αλλεγκρία και αναπνέω σαν κυρία, το αποχρεμπτικό σε σκόνη» αποτελούν μικρά διαλείμματα με νόημα, ευφάνταστα, με ωραία στιχάκια και συγκλονιστική χορευτική κίνηση, μιας και προορίζονται για την οθόνη, αυτόν τον άλλο παραποιητικό φακό, μάσκα θαλάσσης, μάσκα κατά του κορωνοϊού, που κάθε τόσο φορά ο Αργκάν. Αυτή είναι μια κάλυψη του προσώπου προκειμένου να προστατευθεί ο ευάλωτος Αργκάν ή να αντιληφθεί μιαν άλλη προτεινόμενη πραγματικότητα, ενώ θα προωθηθεί κάθε φορά ένα νέο ιατρικό σκεύασμα, που κάθε τόσο φορά ο Αργκάν είναι πρόθυμος να καταναλώσει.

Ο Μπονφουμάρ (Αλέξανδρος Τούντας )είναι ένας “συμβολαιογράφος”, που είναι πρόθυμος να πουλήσει κάθε είδους λύση στην Αργκάν για να μεταβιβάσει εκείνος την περιουσία του στη γυναίκα του, μιας και αυτός, όπως νομίζει σε λίγο θα πεθάνει. Φίλος της γυναίκας του, που εκείνη τον παρουσίασε έντιμο, ενώ ο Μπονφουμάρ μιλά τη γλώσσα της πιάτσας και δίνει την αντίθετη εικόνα. Η λέξη διαθήκη κάνει την Μπιμπελίν να ανατριχιάζει από υποκριτική οδύνη ή μάλλον ηδονή. Μόλις δε πληροφορείται για τα 20.000 φράγκα, που έχει κρυμμένα πίσω από το κρεβάτι αναλύεται σε θρήνους. «Τι να τα κάνω αν σε χάσω;»

Ο ίδιος ηθοποιός, ο Αλέξανδρος Τούντας μεταπηδά με μεγάλη μαεστρία και στο ρόλο του Αρνή, του αδελφού του Αργκάν που είναι αρνητής οποιασδήποτε ιατρικής εφαρμογής. Του λέει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν από τα φάρμακα και όχι από την αρρώστια και προσπαθεί με γιόγκα και διαλογισμό να του καθαρίσει τα τσάκρας και την ενέργειά του, ενώ του προτείνει να απομακρυνθεί από όλους αυτούς τους σκιτζήδες γιατρούς και να ζήσει με τρόπο ήρεμο και ομαλό δίπλα στη φύση.

Η Αλερζίκ , η κόρη του Αργκάν είναι ερωτευμένη με τον Κορτιζόν (Κωνσταντίνος Παράσης,) και τον ενημερώνει ότι ο πατέρας της σκέφτεται να την παντρέψει με κάποιον, τον Πτομά Ντε Φορμολή (Κωνσταντίνος Παράσης). Τότε εκείνος έρχεται σαν βοηθός του χοροδιδάσκαλου για τα μαθήματα μουσικής. Χορεύουν μπροστά στον Αργκάν με ωραίο ερωτικό τρόπο (καταπληκτική κίνηση) “you make me feel like a natural woman”. Εξαιρετικός στον διπλό αυτό ρόλο, του Πτομά, κάπως ανόητου, που για οτιδήποτε ζητά την αποδοχή του πατέρα του και του Κορτιζόν ενός νέου με αληθινά αισθήματα για την Αλερζίκ (Γεωργία Κυριαζή), πρόθυμου να την ακολουθήσει στη ζωή και να κάνει ό,τι μπορεί για να είναι δίπλα της.

Τα πρόσωπα έχουν αλλάξει επιτυχημένα ονόματα ώστε να είναι πιο συμβατά με την εποχή.

Η Μπελίνα, σύζυγος του Αργκάν από δεύτερο γάμο μετονομάζεται σε Μπιμπελίν, η Ανζελίκ, κόρη του Αργκάν και ερωμένη του Κλεάνθη ( Κλεάντ) μετονομάζεται σε Αλερζίκ ( Γεωργία Κυριαζή) ερωτευμένη με τον Κορτιζόν. Η κίνηση, οι εκφράσεις της, η ερμηνεία της είναι αυτό που πρέπει να σημειωθεί από αυτή την παράσταση. Πολύ εκφραστική, η κίνησή της δυναμική και εξαιρετικά παραστατική.

Ο ρόλος της Λουίζον, μικρής κόρης του Αργκάν και αδελφή της Αλερζίκ, αναφέρεται αλλά έχει παραληφθεί. Ο Μπεράλντ, αδελφός του Αργκάν μετονομάζεται επιτυχημένα σε Αρνή, ο Κύριος Ντιαφουαρύς, γιατρός, σε γιατρός Ντε Φορμολή, και ο Τομάς Ντιαφουαρύς, γιος του γιατρού Ντιαφουαρύς σε Πτομά Ντε Φορμολή, ερωτευμένο με την Αλερζίκ, ο Κύριος Φλεράν, φαρμακοποιός του Αργκάν σε κύριος Πιγκάλ , ο Κύριος Μπονφουά, συμβολαιογράφος σε Μπονφουμάρ ( καλός καπνός) και η Τουανέττα, υπηρέτρια, σε Τουαλέτ. Κάθε όνομα και σημασία για το ρόλο. Εξαιρετική η δραματουργική επεξεργασία της Σοφίας Καραγιάννη και του Ιωσήφ Ιωσηφίδη.
Ο γιατρός Ντε Φορμολή (Κωνσταντίνος Πασσάς ) είναι ένας κωμικός ρόλος αυτού του γιατρού, του οποιουδήποτε λοιμοξιολόγου, που λέει τα θέσφατα του και τιμωρεί τον απείθαρχο ασθενή του. Σαν γιατρός προτιμά να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον απλό λαό και όχι στους σελέμπριτις, γιατί οι δεύτεροι θεωρούν υποχρέωσή του να τους κάνει καλά, ενώ τα σφάλματα στον απλό λαό αποσιωπούνται ή αποδίδονται στη θέληση Θεού.

Εξαιρετική η μουσική του Μάνου Αντωνιάδη, στα ιντερμέδια. Πραγματικά λειτουργεί αποκαλυπτικά για το έργο και τον φόβο θανάτου του κάθε ανθρώπου. Μια χαρούμενη μουσική, που συνάδει με την κωμωδία του Μολιέρου.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Γεωργίας Μπούρδα είναι αποκαλυπτικά για τον παλιμπαιδισμό και την ανωριμότητα του Αργκόν, ενώ αυτό το παραβάν , μπανιέρα από το οποίο προβάλλουν οι ήρωες είναι ευρηματικό, πρακτικό και συνάδει με το ύφος της παράστασης.

H eεπιμέλεια κίνησης της Κατερίνας Γεβετζή είναι εντελώς προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις της παράστασης και στις ιδιαιτερότητες του κάθε ρόλου και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου απολύτως λειτουργικοί.
Μια κωμωδία πικρή κυρίως γιατί ο σύγχρονος θεατής όπως και οι συντελεστές της παράστασης θα κληθεί να διυλίσει όλο το έργο μέσα από τα δικά του βιώματα.

Πληροφορίες για την παράστασηΕδώ

Προηγούμενο άρθροΚριτική για την παράσταση "Όλo Σπίτι, Κρεβάτι κι Εκκλησία"
Επόμενο άρθροΑκρόαση για άντρα ηθοποιό