Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Το καινούργιο σπίτι"

Κριτική για την παράσταση "Το καινούργιο σπίτι"

173

Από τη θεατρολόγο Μαρία Μαρή

Στην εποχή που η Κομέντια ντελ' άρτε βρισκόταν πια στην παρακμή της κι οι ηθοποιοί της πάσχιζαν να κερδίσουν το γέλιο των θεατών με χοντροκομμένα τερτίπια, ήρθε ο Κάρλο Γκολντόνι να φέρει ουσιαστικά μια επανάσταση στο θέατρο της Βενετίας αποτελώντας έτσι ο ίδιος τον πρόδρομο του σύγχρονου ευρωπαϊκού αστικού θεάτρου. Το Καινούργιο σπίτι, γραμμένο το 1760, ανήκει στα έργα της ωριμότητας του Γκολντόνι.  Είναι ξεχωριστό έργο για την απλότητα στη δομή του, την αφήγηση και τη δράση, και κυρίως για την αληθοφάνεια του μύθου και τη ρεαλιστική αποτύπωση της κοινωνίας στη Βενετία εκείνης της εποχής. Πράγματι, μέσα από τη διεισδυτική ματιά και την εύστοχη κριτική του Γκολντόνι, περιγράφονται γλαφυρά οι χαρακτήρες και οι συμπεριφορές της τότε ανερχόμενης αστικής τάξης.

Η έλλειψη ουσιαστικών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, το χρήμα και η αγωνία της κοινωνικής ανόδου είναι τα βασικά θέματα του έργου. Άξονας της κωμωδίας του είναι η διαρκώς επαναλαμβανόμενη σύγκρουση ανάμεσα στη συμβατικότητα και την αλήθεια της ανθρώπινης καρδιάς. Κύριο χαρακτηριστικό του έργου είναι η συνύπαρξη στυλιζαρίσματος και ρεαλισμού.

Η θεατρική ομάδα Βijoux de kant δημιουργήθηκε τον Δεκέμβριο του 2010 από τον εικαστικό Γιάννη Σκουρλέτη, τον μουσικό - συνθέτη Κώστα Δαλακούρα και τον κοινωνιολόγο Άρη Ασπρούλη. Η ομάδα αυτή ξεκίνησε με αφορμή το θέατρο για να δημιουργήσει ένα ανοικτό πεδίο αισθητικής διερεύνησης σε όλα τα επίπεδα: εικαστικό, κινησιολογικό, παρασταστικό, δημιουργώντας έτσι μια performance στην οποία εντάσσει όλα τα νέα τεχνολογικά μέσα και τη σύγχρονη μουσική διερευνώντας τα κείμενα και την απήχηση τους στο κοινό.
Όπως οι ίδιοι δηλώνουν «η ομάδα εμπνέεται από το μπαρόκ και τον μινιμαλισμό, τον εξπρεσιονισμό και τον κονστρουκτιβισμό, τον ρομαντισμό και την εννοιακή τέχνη[...] Γενικά προτιμά το άλλο[...]Η παρουσία της εντοπίζεται στο θέατρο, σε εικαστικά δρώμενα και εκθέσεις και σε διαφορετικών ειδών δραστηριότητες που σχετίζονται με την καλλιτεχνική δημιουργία και σκέψη». Στο συγκεκριμένο έργο με αναφορές στον εύκολο πλουτισμό, την ματαιοδοξία και την απληστία των  ανθρώπων, που είχαν σαν συνέπεια την κρίση των αξιών και μοιραία την οικονομική κρίση φάνηκαν όλες αυτές οι προθέσεις και εικαστικά, κινησιολογικά και ερμηνευτικά η παράσταση είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Όμως τελικά δεν λειτούργησε για το κοινό  και το κείμενο φάνηκε κάπως παλιακό και ανακόλουθο με την υπέροχη κατά τα άλλα   performance των ηθοποιών, καθώς και την αισθητική αναζήτηση.

Ο εργολάβος που έχει αναλάβει την ανακαίνιση του καινούργιου σπιτιού ζητά την αμοιβή του για τα εργασίες του από τον ιδιοκτήτη Αντζολέτο (Ντένης Μακρής), ο οποίος δεν του δίνει χρήματα ενώ τον καθησυχάζει με έναν τόνο υπεροψίας: «τι φοβάστε, μην τα χάσετε;». Ενώ χρωστά χρήματα παραγγέλνει στην υπηρέτριά του τη Λουτσέττα (Στέλλα Βιογιατζάκη) να ετοιμάσει τραπέζι για καμιά δεκαριά άτομα. Ο εργολάβος δικαίως αναρωτιέται πώς μπορεί να κάνει τέτοια έξοδα ενώ για εκείνον δεν έχει λεφτά. Ο Αντζολέτο, ανασφαλής και πολύ ερωτευμένος με τη σύζυγό του, αν και απένταρος, ξοδεύει ασύστολα λεφτά για να την ευχαριστήσει.

Η κίνηση είναι πολύ μελετημένη σε όλη την παράσταση. Συγκεκριμένα η κίνηση και η στάση του σώματος αυτών που διακατέχονται από ξιπασιά αποτελεί από μόνη της σχόλιο για την ποιότητα των ανθρώπων αυτών. Ο Φαμπρίτσιο (Τάσος Καραχάλιος)  έχει χορευτική κίνηση, ανατολίτικη, μοιάζει με Ινδό και έρχεται επισκέπτης στο καινούργιο σπίτι, ενώ λέει στον  Αντζολέτο ότι το σπίτι του δεν είναι καλό  και αρχίζει να κάνει παρατηρήσεις και υποδείξεις, εποφθαλμιώντας παράλληλα το εύκολο θύμα καθώς του ζητά δανεικά λεφτά, ενώ αυτοπροσκαλείται στο δείπνο. Αυτό το σπίτι με τις εργασίες βελτίωσης που θέλει να του κάνει δεν έχει τελειωμό, όπως δεν έχουν τελειωμό όλες οι έξεις, τα μειονεκτήματα αυτά, που κάνουν αφαίμαξη οικονομική, ψυχολογική και σωματική στον άνθρωπο.

Η αδελφή του Αντζολέτο, η δεσποινίδα Μενεγκίνα (Ιωάννα Κολλιοπούλου), ντυμένη με μακρύ λαμέ φόρεμα, με παγιέτες, εντυπωσιακό σαν ντίβα, εμφανίζεται νευρική, με παράστημα και βεντετισμό και του ζητά το  λόγο, που κακομεταχειρίζεται την αδελφή του. Την έχει παραπετάξει σε ένα κλειστό δωμάτιο χωρίς θέα και αυτό θεωρεί ότι είναι μεθόδευση της γυναίκας του. Ο Αντζολέτο της επισημαίνει ότι η σύζυγός του της φέρεται  έτσι, γιατί το προκαλεί η συμπεριφορά της Μενεγκίνας. Εκείνη πάλι δεν θέλει να τη διατάζει η νύφη της, ενώ ο Αντζολέτο της ξεκαθαρίζει ότι αν συνεχίσει έτσι, θα την διαγράψει από αδελφή. Ο Φαμπρίτσιο θεωρεί ότι αν ο Αντζολέτο μείνει και με τις δυο γυναίκες αυτές στο ίδιο σπίτι θα τρελαθεί και του προτείνει να διώξει την αδελφή του. Από την άλλη η ιδιότροπη σύζυγός του, Καικίλια (Εύη Σαουλίδου), χαλάει μια περιουσία και του έχει πάρει τον αέρα από την αρχή. Η σύζυγος  εμφανίζεται ξιπασμένη, υποχόνδρια, αλαζονική και επιφανειακή, ντυμένη σαν τη Μαρία Αντουανέτα, συνοδεύεται από τον Κόμη Οττάβιο(Πολύδωρος Βογιατζής ), έναν κόλακα, που κάνει διακρίσεις, ο οποίος υποδαυλίζει την υπερφίαλη και σπάταλη συμπεριφορά της. Η συμπεριφορά και των δυο είναι ακραία. Βλέπουν μόνο ό,τι γυαλίζει, ό,τι μπορεί να κερδίσει τις εντυπώσεις και δεν ασχολούνται με την ποιότητα των ανθρώπων. Για εκείνη η χλιδή και ο τίτλος ευγενείας, είναι αρκετός για να εγκριθεί μια συναναστροφή,όπως αυτή με τον Κόμη.

Το σπίτι είναι ένα πεδίο, όπου ο καθένας κάνει τις παρατηρήσεις του για την βελτίωσή του. Νύφη και αδελφή μαλώνουν, οι γειτόνισσες είναι κουτσομπόλες, ο απελπισμένος ποιητής, απένταρος, δηλώνει ερωτευμένος με την Μενεγκίνα ξέροντας ότι εκείνη έχει και έναν πλούσιο θείο, ο αδελφός της όμως δεν τον αποδέχεται γιατί δεν έχει λεφτά, ούτε καλή κοινωνική θέση. Μπουφόνικες σκηνές  αντιτίθενται στον ταρτουφισμό, την μεγαλομανία και επιτείνουν το κοινωνικό και προσωπικό πρόβλημα.

Μια κοινωνική παθογένεια που σωματοποιείται στο ρόλο του Άγγελου( Άγγελος Αποστολίδης),  του μαύρου αυτού Άγγελου,  χορευτή με την υπέροχη  κίνηση και το εφιαλτικό εκείνο κοστούμι να συγκεντρώνει όλες τις εμμονές  για ο,τιδήποτε αφορά την εξωτερική όψη των πραγμάτων και απομακρύνεται από την εσωτερική διερεύνηση και καλλιέργεια.

Η μουσική του Πάνου  Ηλιόπουλου σε απόλυτη σύμπνοια με την επιδίωξη του σκηνοθέτη να δημιουργήσει εικόνες αχταρμά, ένα αλαλούμ μιας κοινωνίας χωρίς ερείσματα, με ρόλους χωρίς κεντρικό βάρος. Πετυχαίνει να καταδείξει το κιτς και το δήθεν, όχι μόνο στην αισθητική και το φέρεσθαι, αλλά και στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους.

Το σχόλιο της εξαδέλφης Ροζίνας (Πηνελόπη Τσιλίκα) « Αχ τα νιάτα τι τρέλες που κάνουν !», είναι ένα από τα ερμηνευτικά κλειδιά αυτής της παράστασης.

Ο θείος Χριστόφορος (Θανάσης Δήμου) έρχεται σαν από μηχανής θεός να σώσει τον Αντζολέτο από την οικονομική καταστροφή, βάζοντας βέβαια τους όρους του και επαναφέροντας την τάξη.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη υπηρετούν την πρόθεση του σκηνοθέτη μαζί με τη διδασκαλία της καταπληκτικής κίνησης του Τάσου Καραχάλιου. Όλοι κινούνται σαν μαριονέτες, κινούνται από τις επιθυμίες τους που είτε μπορούν είτε όχι να ικανοποιήσουν.  Πέφτουν και ξανασηκώνονται, μέχρι που συνειδητοποιούν στο τέλος την κενότητά τους. Χάνουν την αξιοπρέπειά τους και ζητούν συγχώρεση και έλεος από το θείο που είναι ο μόνος που θα μπορούσε να τους βοηθήσει. Ευελπιστούν ότι η θεία πρόνοια δεν τους εγκατέλειψε ακόμα.

Εξαιρετική η φρέσκια μετάφραση της Ειρήνης Μουντράκη και η σκηνοθετική ματιά του Γιάννη Σκουρλέτη, που δημιούργησαν ένα άρτιο εικαστικό αποτέλεσμα, το οποίο σε σχέση με το έργο του Γκολντόνι που απομάκρυνε τους θεατές, πρόσφερε στους τελευταίους μια αισθητική τέρψη.

Πληροφορίες για την παράστασηΕδώ