Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Σκακιστική Νουβέλα"

Κριτική για την παράσταση "Σκακιστική Νουβέλα"

764

Σκακιστική Νουβέλα

Από τη θεατρολόγο Μαρία Μαρή.

Αυτοεξόριστος στην Βραζιλία ο Στέφαν ΤσβάΪχ αυτοκτόνησε το 1942 μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του. Είχε καταφύγει εκεί, καθώς θεωρούσε την κήρυξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου , τον όλεθρο της Ευρώπης και του έργου του. « Χάθηκε ο κόσμος της γλώσσας του και η πνευματική του πατρίδα, η Ευρώπη , αυτοκαταστράφηκε» Δεν το άντεχε γιατί για αυτόν τον ευαίσθητο άνθρωπο « η πνευματική εργασία υπήρξε πάντα η αγνότερη χαρά, και η προσωπική ελευθερία το πολυτιμότερο αγαθό.»

Αυτό αποτυπώνεται στη σκακιστική νουβέλα , η οποία δημοσιεύτηκε το 1943,ένα χρόνο μετά το θάνατό του.

Στο πλοίο από τη Νέα Υόρκη προς Λατινική Αμερική, επιβαίνουν ευρωπαίοι , που ήθελαν να αποδράσουν από τη βία της Ευρώπης, την τρομοκρατία και τον θάνατο του Ναζισμού. Στο πλοίο κάποιοι ερασιτέχνες σκακιστές μαθαίνουν για την παρουσία του Μίρκο Τσέντοβιτς , του άξεστου, απρόσιτου, υπερφίαλου, αγράμματου σλάβου, δείγμα μονόπλευρης διανοητικής ανάπτυξης, παγκόσμιου πρωταθλητή στο σκάκι. Ο αφηγητής, που θα ήθελε να τον προσεγγίσει, το κατάφερε με δόλωμα την ίδια του την τέχνη, το βασιλικό παιχνίδι, το σκάκι. Διοργάνωσε ένα σκακιστικό παιχνίδι.

Ο Γιάννης Νταλιάνης μεταμορφώνεται στον πλούσιο με πετρελαιοπηγές, ματαιόδοξο, που νομίζει ότι όλα του ανήκουν, Σκωτσέζο εθελοντή Μακ Κόνορ, που παίζοντας παραγγέλνει Φουά γκρα, σαλάμι αέρος και στην 5η παρτίδα που χάνει, το αποδίδει στο φως και τη μουσική. Στην7η πια παρτίδα το πουλί βγήκε από τη φωλιά του. Ο Μακ Κόνορ προκάλεσε τον μεγάλο πρωταθλητή με 250 δολάρια. Θα έπαιζαν όλοι εναντίον του, ότι και έγινε και έχασαν με 24 κινήσεις. Ο Μακ Κόνορ χωρίς να σταματά πουθενά, ζήτησε ρεβάνς.

Στο σημείο αυτό σχετικά με τον σκηνικό χώρο, το πάνω μέρος της σκηνής δείχνει το πλοίο , την πρύμνη, ενώ η σκηνή το κατάστρωμα έχει πολλές άδειες καρέκλες έτσι παραταγμένες , ώστε να υποδηλώνεται η παρουσία ανθρώπων. Ο αφηγητής στήνει τις καρέκλες έτσι που όλοι να παρακολουθούν την παρτίδα και ο ακοινώνητος και φιλοχρήματος Τσέντοβιτς κάθισε αυτή τη φορά στο επίπεδό τους.

Τα βαλσάκια που ακούγονται , οι ήχοι από συνομιλίες ανθρώπων, τα ποτήρια ,οι ήχοι ποτών και η ανάδευση κοκτέιλ, δίνουν το κλίμα του κοσμοπολίτικου πλοίου με παρουσία πολλών ανθρώπων, που διασκεδάζουν.

Όλοι δίψαγαν για ρεβάνς. Επικρατεί ατμόσφαιρα αγωνίας, που υποστηρίζεται από την μουσική και τον φωτισμό. Τότε εμφανίζεται ο δρ. Μπ. και τους βοηθά να αντιμετωπίσουν σκακιστικά τον Μίρκο Τσέντοβιτς. Είναι εκπληκτικό το ψυχογράφημα του ήρωα, που ενώ του είναι σχεδόν απαγορευμένο για τη δική του ψυχική ασφάλεια να παίζει σκάκι, η παρουσία του μεγάλου σκακιστή αποτελεί πρόκληση για αυτόν και περίπου με ένα άρρωστο εσωτερικό κάλεσμα υποκύπτει σ΄αυτήν.

Ο αφηγητής αναζητά τον Μπ. και τον βρίσκει στο κατάστρωμα σε μια σαιζ λονγκ για να του διηγηθεί την ιστορία του. Είχε νομικό γραφείο, που διαχειριζόταν την περιουσία της εκκλησίας και η Γκεστάπο τον συνέλαβε και του επέβαλε έναν ιδιότυπο εγκλεισμό στο ξενοδοχείο Metropol, σε άδειο δωμάτιο, με αναπαυτικό κρεβάτι και με παράθυρο με κάγκελα. Δεν είχε τι να κάνει. Βημάτιζε και δεν μπορούσε να υποφέρει το Κενό. Οι σκέψεις του, ήταν συγκεχυμένες , προσπαθούσε να θυμηθεί παραγράφους του αστικού κώδικα, τον ρητορικό λόγο του γυμνασίου.

Ακολουθούσαν οι ανακρίσεις. Για τις ανακρίσεις και την αλλαγή επιπέδων ο ηθοποιός ανεβαίνει στο τραπέζι, βάζει πάνω μια καρέκλα και ανεβαίνει και εκεί.

Όταν γυρνά από τις ανακρίσεις, ξεκινά ο εφιάλτης, οι σκέψεις του παίρνουν πάλι τη σκυτάλη.

Περιμένοντας ώρες για μια ανάκριση στον προθάλαμο επεσήμανε ένα βιβλίο, το οποίο και έκλεψε. Στο δωμάτιο έχοντας κλέψει το βιβλίο ξαπλώνει κάτω από το τραπέζι και με μέθη αναρωτιέται ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενό του.

φαντάστηκε ότι ήταν ο Όμηρος ή κάτι που θα ήθελε πνευματική προσπάθεια. Ήταν όμως Μέθοδος Σκακιού. Αν δεν ήταν το βασανιστικό Κενό, θα το είχε πετάξει από το παράθυρο.

Άρχισε να παίζει σκάκι στην καρό κουβέρτα του και με χάρτινα από κομματάκια χαρτομάντιλου πιόνια. Σε λίγο δεν χρειαζόταν πια την σκακιέρα.

Εκπληκτική η ερμηνεία του ηθοποιού. « Μεγάλοι σκακιστές καλώς ορίσατε στο δωμάτιό μου !» Έμαθε απ’ έξω όλες τις παρτίδες του βιβλίου. Από φόβο μην χάσει τη μνήμη του, την ταυτότητά του , τη σκέψη του το αποστήθισε και μετά άρχισε να παίζει με τον εαυτό του , γεγονός , που τον οδήγησε στην τρέλα, στη σχιζοφρένεια. Να παίζει κανείς εναντίον του εαυτού του είναι τρομερά δύσκολο, « είναι σαν να προσπαθείς να πηδήξεις πάνω από τον ίσκιο σου». Άρχισε να απευθύνεται στον εαυτό του και να τσακώνεται μαζί του «θα παίξεις επιτέλους δειλέ ;» Βρισκόταν σε εμπύρετη κατάσταση , σε μια μανία, μια υπερδιέγερση και όλο ζητούσε νερό από το φρουρό. Ασταμάτητο παιχνίδι, διαρκής σκέψη, οξεία νευρική κρίση.

Καθώς τα εξομολογείται για πρώτη φορά νιώθει ανάλαφρος, χωρίς σώμα. Με τον φωτισμό προβολή γλάρων και ουρανός. «Μην ξυπνήσεις, μην ανοίξεις τα μάτια σου !»

Στην πρόσκληση του αφηγητή να παίξει με τον πρωταθλητή, αμφιταλαντεύεται γιατί στο δωμάτιό του, τότε, άγγιξε σχεδόν τα όρια της τρέλας.

Το εκλεπτυσμένο ύφος του συγγραφέα, είναι φανερό ότι περιγράφει προσωπικό βίωμα εγκλεισμού στη Βραζιλία. Το αποδίδει εκπληκτικά ο Γιάννης Νταλιάνης σε μια διασκευή της νουβέλας για το θέατρο, όπου καλείται να υποδυθεί όλα τα πρόσωπα της νουβέλας, γεμίζει όλη τη σκηνή και παίζει όλους τους ρόλους, περνά με επιτυχία από όλες τις ψυχικές διακυμάνσεις.

Τα πρόσωπα του έργου είναι:

Ο Αφηγητής: Φιλοπερίεργος αυστριακός ταξιδιώτης, επιβάτης του πλοίου Νέας Υόρκης – Μπουένος Άιρες

Ένας φίλος του : Επισκέπτης στο πλοίο

Μίρκο Τσέντοβιτς : Διάσημος σλάβος πρωταθλητής στο σκάκι, αναλφάβητος και με παράξενο βάδισμα

Μακ Κόνορ : Σκωτσέζος μηχανικός με μεγάλη περιουσία από την ενασχόλησή του με πετρελαιοπηγές στην Καλιφόρνια.

Ένα γκαρσόνι, μία κυρία, η ορχήστρα του πλοίου, ο Δόκτωρ Μπ: Αυστριακός δικηγόρος , πρώην κρατούμενος των ες ες με λευκά μαλλιά και ιδιαίτερη σχέση με το νερό, Τρεις ανακριτές των ες ες, μια σταγόνα, ένα βιβλίο, μια Νοσοκόμα, ο Γιατρός.

 

Η σκηνοθεσία διατηρεί την ατμόσφαιρα μυστηρίου του βιβλίου και της αόρατης απειλής. Ωραίο σκηνοθετικό εύρημα η παρτίδα να εκτυλίσσεται εκτός σκηνής και ο αφηγητής να μπαινοβγαίνει και να ενημερώνει για την έκβαση του παιχνιδιού. Αυτό επιτείνει την αγωνία του θεατή, που είναι σαν να βλέπει την παρτίδα. Κάθε που ακούγεται το καμπανάκι, πρέπει να παίξει ο πρωταθλητής. Οι απαντήσεις του Μπ. στα χτυπήματα είναι αστραπιαίες .Το πίσω μέρος της σκηνής φωτίζεται έτσι που να φαίνεται η σκιά του Τσέντοβιτς. Ανακοινώνεται ότι ο δρ Μπ ταπείνωσε δημόσια τον ισχυρότερο παίχτη όλου του κόσμου !

Μπαίνει και σε δεύτερη παρτίδα. Η ένταση είναι μεγάλη. Ο Γιάννης Νταλιάνης στο ρόλο το Μπ δεν παραλείπει να πίνει νερό όσο περιμένει το χτύπημα του Τσέντοβιτς, μπαίνει σε αυτή την εμπύρετη παθιασμένη διαταραγμένη ψυχικά κατάσταση. Ανεβαίνει στην καρέκλα περιμένοντας την κίνηση του αντιπάλου, κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα. Εκείνος καθυστερεί και ο Μπ ξέφυγε αυτόματα, παρεκτράπηκε, τον κυρίεψαν οι μνήμες του. Δεν έπρεπε να παίξει. Του έχουν καταστρέψει το μυαλό. Βλέποντάς το, υπαναχώρησε και του έδωσε την παρτίδα, καταρρακωμένος. « Η παρτίδα είναι δική σας ! Εγώ έπαιζα μιαν άλλη παρτίδα.»

Το πνεύμα του ήρωα αντιστάθηκε στην βαρβαρότητα και την ανήλεη διάλυση της προσωπικότητας και του πνεύματος. Εκεί, ο Στέφαν ΤσβάΪχ αντιτάσσει τη φαντασία που ενεργοποιείται για να διασώσει, αλλά η μανία, η εμμονή, η ένταση καταστρέφει.

Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι υπόδουλος σε εγκλεισμούς και φοβίες και εξαρτήσεις, υπηρετώντας ένα σύστημα που τον θέλει δουλοπάροικο χωρίς να μπορεί να αποδεσμευτεί από αυτή την ανελεύθερη κατάσταση, στην οποία όσο βρίσκεται μέσα, έχει μια μαζοχιστική ικανοποίηση, μια επίμονη έξη, που τον καταστρέφει, του αφαιρεί κάθε υγιή σκέψη, κάθε πρωτότυπη δημιουργική παραγωγή. Η αναμέτρηση γίνεται σε μια σκακιέρα, πόλεμος του κακού και του καλού, του παρελθόντος και του παρόντος, του πολέμου και της ειρήνης για την εποχή του ΤσβάΪχ, του φωτός και του σκότους, του ελέγχου του μυαλού και της γνώμης στην εποχή τη δική μας.

Ο ήρωας του ΤσβάΪχ, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας, μπροστά στην τρέλα, υποχωρεί , εγκαταλείπει για πάντα το παιχνίδι αυτό.

Στο σημείωμα πριν αυτοκτονήσει ο ΤσβάΪχ γράφει για τους φίλους του και για όλον τον κόσμο

« Χαιρετώ όλους μου τους φίλους.

Εύχομαι να ζήσουν να δουν να ξημερώνει μετά από αυτή την ατελείωτη νύκτα.

Εγώ ο τόσο ανυπόμονος , προπορεύομαι».

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ