311

Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη

Διάρκεια: 60'
Συγγραφέας: Laurent Mauvignier
Σκηνοθέτης: Άσπα Τομπούλη
Ερμηνεύουν: Νίκος Νίκας

Περιγραφή

Επιχειρώντας να διατυπώσει σε λόγο την απουσία και τον πόνο, το τραύμα μιας παράλογης δολοφονίας και μιας παράλογης καθημερινότητας, ο Mauvignier συνθέτει ένα κείμενο βαθύτατα πολιτικό. Φέρνει τον θεατή αντιμέτωπο με τις έννοιες της ατομικής ευθύνης απέναντι στα κοινά, της συλλογικής μνήμης, της ενοχής και, εν τέλει, της βαθύτερης ηθικής υπόστασης του πολίτη στις σημερινές κοινωνίες.

Περισσότερα

« και αυτό που είπε ο εισαγγελέας είναι πως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να πεθαίνει για κάτι τόσο μηδαμινό, πως είναι άδικο να πεθαίνει κανείς για ένα κουτάκι μπύρα που ο τύπος κράτησε στα χέρια του τόσο ώστε να μπορέσουν οι φύλακες να τον κατηγορήσουν για ληστεία και να περηφανεύονται αργότερα πως τον εντόπισαν και τον ξεχώρισαν, εκεί, ανάμεσα στους άλλους που ψώνιζαν, τόσο ώστε εκείνος να αποπειραθεί - έτσι είναι - να προσπαθήσει να τρέξει προς τα ταμεία ή να επιχειρήσει μια χειρονομία αντίστασης, γιατί τότε θα καταλάβαινε για τι ήταν ικανοί οι φύλακες... »

Το κείμενο το πολυβραβευμένου γάλλου συγγραφέα Laurent Mauvignier Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη παρουσιάζεται από τις 3 Οκτωβρίου 2015, κάθε Σάββατο και Κυριακή, στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (ΚΕΤ), σε μετάφραση του Σπύρου Γιανναρά (εκδόσεις Άγρα), σκηνοθεσία της Άσπας Τομπούλη και ερμηνεία του Νίκου Νίκα.

Το έργο και ο συγγραφέας παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε θεατρική μορφή, με την υποστήριξη του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος και του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας.

30 Δεκεμβρίου του 2009: ο Μικαέλ Μπλεζ, 25 ετών, γάλλος υπήκοος με καταγωγή από την Μαρτινίκα, μπαίνει σε ένα σούπερ μάρκετ Carrefour στη Λυών, παίρνει ένα κουτάκι μπύρα και το πίνει. Τέσσερις σεκιουριτάδες τον πλησιάζουν, τον οδηγούν στα υπόγεια του καταστήματος και τον ξυλοκοπούν άγρια. Ο νεαρός πεθαίνει από μηχανική ασφυξία. Οι κάμερες ασφαλείας του σούπερ μάρκετ έχουν καταγράψει τα πάντα. Ο εισαγγελέας, σοκαρισμένος από την ηθελημένη και απροκάλυπτη βία που αποτυπώνεται στα video, δηλώνει ότι «είναι απαράδεκτο να πεθαίνει κανείς για μερικά κουτάκια μπύρας». Οι δράστες παραπέμπονται. Η είδηση απασχολεί για λίγες μόνο μέρες τις αστυνομικές στήλες των γαλλικών εφημερίδων και στη συνέχεια λησμονείται.

Με αφορμή τη δολοφονία του Μπλεζ, ο Mauvignier εστιάζει σε θέματα καίρια και οδυνηρά για τον σημερινό πολίτη, κυρίως στην άλογη βία και την αγριότητα της καθημερινότητας με συνήθη θύματα μετανάστες, άστεγους, ανθρώπους του περιθωρίου. Τον ενδιαφέρει η λήθη και η σιωπή που σκεπάζουν τον θάνατο ενός αφανούς, ενός κοινωνικού παρία, ενός πολίτη που η φωνή του δεν ακούγεται ποτέ. Μέσα από την αφήγηση ενός ανώνυμου αφηγητή, ο Mauvignier δημιουργεί ένα κείμενο μοναδικής πυκνότητας και δύναμης, ένα κείμενο που μετατοπίζεται αδιάκοπα μιλώντας άλλοτε από την σκοπιά του θύματος, άλλοτε από την σκοπιά των θυτών, των γονιών του θύματος ή τυχαίων ανθρώπων.

Επιχειρώντας να διατυπώσει σε λόγο την απουσία και τον πόνο, το τραύμα μιας παράλογης δολοφονίας και μιας παράλογης καθημερινότητας, ο Mauvignier συνθέτει ένα κείμενο βαθύτατα πολιτικό. Φέρνει τον θεατή αντιμέτωπο με τις έννοιες της ατομικής ευθύνης απέναντι στα κοινά, της συλλογικής μνήμης, της ενοχής και, εν τέλει, της βαθύτερης ηθικής υπόστασης του πολίτη στις σημερινές κοινωνίες.

Ταυτότητα της παράστασης:
μετάφραση: Σπύρος Γιανναράς (εκδ. Άγρα)
σκηνοθεσία: Άσπα Τομπούλη
σκηνικά, κοστούμια: Άση Δημητρολοπούλου
σχεδιασμός ήχων: Δημήτρης Ιατρόπουλος
video: Com.odd.or
φωτισμοί: Ηλίας Κωνσταντακόπουλος
επιμέλεια κίνησης: Ίρις Νικολάου
βοηθός σκηνοθέτη: Ευθύμης Χρήστου
φωτογραφίες: Ελένη Μολφέτα

 

Η παράσταση πραγματοποιείται με την υποστήριξη:
του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδας / Institut Français de Grèce
του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας
των εκδόσεων Άγρα
και της Δραματικής Σχολής Αθηνών Γιώργος Θεοδοσιάδης

Κριτικές για το κείμενο

«Tο μυθιστόρημα του Laurent Mauvignier Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη (Άγρα, 2014), σε μετάφραση Σπύρου Γιανναρά, που βασίζεται σε ένα περιστατικό (ο ξυλοδαρμός ενός κλέφτη μπίρας), είναι μια συγκλονιστική αφήγηση που ξορκίζει τον θάνατο, στην οποία ο αφηγητής απευθύνεται στον αδελφό του θύματος ― έργο που ενέπνευσε ακόμη και τον χορογράφο Angelin Preljocaj.»

[Olivier Descotes, πρώην διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος, «Το Βήμα»:

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=659300]

 

«Με ένα θαρραλέο κείμενο-καταγγελία ενάντια στον κοινωνικό ρατσισμό, ο Λοράν Μοβινιέ δικαιώνει τον πολιτικό ρόλο του συγγραφέα που ανέδειξε το 1898 ο Εμίλ Ζολά με το περίφημο «Κατηγορώ» του ενάντια στον αντισημιτισμό. Λες και μιλά για την Ελλάδα. (…) Ένα κείμενο πολεμικής ενάντια στην απαξίωση της ζωής, 60 σελίδες χωρίς καμιά τελεία που διαβάζονται με μιαν ανάσα, όπως η τελευταία ανάσα του νεαρού που θα πεθάνει από τα γρονθοκοπήματα των σεκιουριτάδων στην αποθήκη ενός σουπερμάρκετ. Υπογράφεται από τον Λοράν Μοβινιέ, βραβευμένο Γάλλο πεζογράφο και θεατρικό συγγραφέα που κατοικεί στην Τουλούζη, και έχει τον τίτλο Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη (Άγρα, μτφρ. και επίμετρο Σπύρος Γιανναράς).»

Μικέλα Χαρτουλάρη, «H Εφημερίδα των Συντακτών»:

http://www.efsyn.gr/arthro/neo-katigoro

 

«O Λοράν Μοβινιέ μετατρέπει ένα εξωφρενικό συμβάν της πρόσφατης ιστορίας σε μια επείγουσα, θα έλεγε κανείς, μυθοπλασία, λιτή και αφτιασίδωτη, χωρίς τελείες, σε έναν δραματικό και ασθματικό μονόλογο υψηλής έντασης και απεγνωσμένης ευαισθησίας.»

Γρηγόρης Μπέκος, «Το Βήμα»:

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=670149

 

«Ο λόγος που αρθρώνει ο ανώνυμος αφηγητής, εξ ονόματος του δολοφονημένου νέου, είναι εξαιρετικής πυκνότητας και ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στην τεκμηριωτική μυθοπλασία και το μη μυθοπλαστικό πεζογράφημα, αντλώντας βιογραφικά στοιχεία από την καθημερινότητα του ήρωα, τον οικογενειακό περίγυρο, τις εφήμερες ερωτικές του σχέσεις. Παράλληλα όμως ποτέ δεν χάνει τον ποιητικό του ρυθμό και τη θεατρική του καταγωγή…»

Νίκος Δαββέτας, «Η Καθημερινή»:

http://www.kathimerini.gr/814488/article/politismos/vivlio/enas-poly-paralogos-8anatos

 

«Πόσο αξίζει μια ανθρώπινη ζωή; Πότε ένας θάνατος είναι "δικαιολογημένος" και δε μας εντυπωσιάζει; Με ένα καφάσι μπίρες ή με ένα κιβώτιο καλό ουίσκι; Ένα εισιτήριο λεωφορείου (για να έρθω στα δικά μας) ή μια δεσμίδα εισιτηρίων; μια βιντεοκάμερα ή πολλές; ένα τελάρο φράουλες ή καμιά δεκαριά κιλά; Το βιβλίο απευθύνεται σε όλους μας που παρασυρμένοι από την καθημερινότητά μας, το αστικό μας βόλεμα προσπερνάμε αδιάφοροι όλα αυτά που μας ενοχλούν (και είναι πολλά).

Δεν μπορείς να γράψεις πολλά ή να φλυαρήσεις γι' αυτό το αξέχαστο κείμενο. Βιβλίο παθιασμένο και συγκινητικό, συγκλονιστικό και μεγαλειώδες. Εδώ δεν μιλάμε για "απόλαυση" ή "μυσταγωγία" αλλά για αυτό το είδος της λογοτεχνίας που συνταράζει και δονεί, και που ακολουθεί με ακρίβεια

την ρήση του Φραντς Κάφκα για τα βιβλία "που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας".»

«Librofilo»: http://librofilo.blogspot.gr/2015/08/blog-post_10.html

 

«Το κοινωνικό ζήτημα αναδεικνύει ο Μοβινιέ, χωρίς να γίνεται μελό έστω και για μια στιγμή -σκληρά και λακωνικά ντύνει το κείμενό του με εκείνες τις λέξεις που το καθιστούν ουσιαστικά πολιτικό, για μια κοινωνία που εξοντώνει τα αδύναμα, κοινωνικά, μέλη της. Το θύμα και οι εκτελεστές του -ο νόμος και η τάξη που αποκαθίστανται μετά την τιμωρία του κακοποιού και ο κύκλος του αίματος που κλείνει για να ανοίξει σύντομα κάπου αλλού. Τελικά, για τους ιδιωτικούς φύλακες, «η ηδονή που αισθάνθηκαν τους καθιστά ένοχους και όχι η αδικία του θανάτου του.» Όμως για αυτό δεν θα καταδικαστούν ποτέ. Καμιά εξουσία, κανένα δικαστήριο δεν πρόκειται να το λάβει υπ’ όψη του.»

Αντώνης Φράγκος, «Το Περιοδικό»: http://goo.gl/V9Es6P

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Με αφορμή ένα πραγματικό γεγονός, τον βίαιο θάνατο από ξυλοδαρμό, ενος νέου άντρα από μια ομάδα security, όταν πήρε και ηπιε μια μπύρα, από ένα super market στην Γαλλία, χώρις να πληρώσει, γράφτηκε αυτός ο συγκλονιστικός μονόλογος. Απότελει μια μορφή καταγγελίας αλλά και μια γροθία στο στομάχι, βλέποντας πόσο φτηνή τελικά είναι η ανθρώπινη ζωή, όσο ένα κουτάκι μπύρας. Ευχαριστώ πολύ το ΘΕΑΤΡΟΜΑΝΙΑ για την πρόσκληση.