1

De profundis

Διάρκεια: 80'
Συγγραφέας: Oscar Wilde
Σκηνοθέτης: Αθανασία Καραγιαννοπούλου
Ερμηνεύουν: Νίκος Νίκας

Περιγραφή

Μια παράσταση βασισμένη στο βιβλίο του Όσκαρ Ουάιλντ, που γράφτηκε ως επιστολή προς τον εραστή του Άλφρεντ Ντάγκλας μέσα από τη Φυλακή του Ρέντινγκ το 1897.

Περισσότερα

Β’ σκηνή Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας

«Η αγάπη που δεν τολμά να πει το όνομά της*»

Η επιστολή αυτή όπου αναπολεί, απολογείται, καταγγέλλει και φιλοσοφεί, εκδόθηκε μετά το θάνατο του- αρχικά λογοκριμένη και αργότερα ολόκληρη- με τον τίτλο De Profundis (Εκ Βαθέων). Το 2016, μια εποχή που κανείς δεν καταδικάζεται για τις ερωτικές του επιλογές, ένας δικηγόρος (Νίκος Νίκας) επανεξετάζει την υπόθεση του Ουάιλντ: Στέκεται ενώπιον των θεατών και ζητά τη δική τους ετυμηγορία. Καθώς ο δικηγόρος διαβάζει την επιστολή προς το κοινό, σταδιακά, μετουσιώνεται στον αποστολέα της.

Μετάφραση - Διασκευή (2016- ειδικά για την παράσταση)/ Σκηνοθεσία:
Φωτισμοί/Εικαστικός Σχεδιασμός: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική Επιμέλεια: Αθανασία Καραγιαννοπούλου
Φωτογραφίες: Γιάννης Πρίφτης,
Styling: Χρόνης Τζήμος

* Η φράση αυτή αποδίδεται στον εραστή του Ουάιλντ, λόρδο Άλφρεντ Νταγκλας και χρησιμοποιήθηκε ως στοιχείο στη Δίκη του για το έγκλημα της Ομοφυλοφιλίας.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Φωτογραφίες

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. 0

    Από την θεατρολόγο Μαρία Μαρή

    Σε μια σκηνή με δύο επίπεδα, το επάνω της φυλακής με ένα κάθισμα και ένα ρούχο φυλακισμένου ριγμένο επάνω της και το κάτω, με στασίδι δικαστηρίου, πιο πέρα εφημερίδες μέσα σε ένα σκοτάδι, ατμόσφαιρα εκκλησίας.

    Από τη πρώτη στιγμή έχει δοθεί η κατεύθυνση της σκηνοθέτιδας σχετικά με το έργο αυτό του Όσκαρ Ουάιλντ , με την «εκ Βαθέων» αποκάλυψη της ζωής του, των προδομένων συναισθημάτων του, το διασυρμό του, τη διάλυση της ζωής του.

    Πρόκειται για τη δίκη και καταδίκη του συγγραφέα του ποιητή Όσκαρ Ουάιλντ με το Νόμο περί ομοφυλοφιλίας, το 1895. Ο Όσκαρ Ουάιλντ, πατέρας δύο παιδιών, διατηρούσε ερωτική σχέση με τον κατά πολύ νεώτερο του Άλφρεντ Ντάγκλας, τον επονομαζόμενο Μπόζι, όταν ο πατέρας του τελευταίου, επιτέθηκε στον Ουάιλντ με την κατηγορία ότι διέπραξε το έγκλημα του σοδομισμού. Οι άθλιες συνθήκες της φυλάκισής του, η δήμευση της περιουσίας του, η στέρηση των παιδιών του, η προδοσία επιδείνωσαν την υγεία του και τον ισοπέδωσαν ψυχολογικά.

    Μέσα από το κελί του έγραψε μια μακροσκελή επιστολή στον εραστή του και υπαίτιο της κατάληξής του, τον οποίο παρ’ όλα αυτά περίμενε σταθερά να έρθει τουλάχιστον να τον δει. Κατά τη διάρκεια της παράστασης ο ηθοποιός τον καλεί με διαφορετικούς επιτονισμούς και με διαφορετική κάθε φορά φόρτιση, άλλοτε παρακλητικά, άλλοτε διεκδικητικά, άλλοτε με μεγάλο πόνο, άλλοτε με θυμό « Γιατί δε μου έγραψες στη φυλακή;»

    Η σκηνοθέτης αναρωτιέται αν με την αγόρευση αυτή ενός δικηγόρου, με το ξεγύμνωμα του ανθρώπου αυτού στη σύγχρονη εποχή , η ετυμηγορία θα ήταν διαφορετική και όχι όπως τότε, δύο χρόνια φυλάκιση.

    Ο συνήγορος απευθύνεται στους θεατές σαν να ήταν οι ένορκοι και τους καλεί να φανταστούν, τη δύναμη των ψιθύρων σχετικά με τη ζωή κάποιου και ακόμα χειρότερα την τυπωμένη μορφή των σχόλιων. « Η τυπωμένη λέξη μπορεί να σκοτώσει.» Ο πατέρας του εραστή του Όσκαρ Ουάιλντ, τον προσέβαλε δημόσια για τις σεξουαλικές του επιλογές. Η μήνυση που έκανε ο Ουάιλντ για συκοφαντική δυσφήμιση απέβη μοιραία: Ο Ουάιλντ είχε παραβεί το Νόμο περί Σοδομίας απεδείχθη και έτσι από κατήγορος έγινε κατηγορούμενος. Αφού ακολούθησαν όλα τα δεινά και φυλακίστηκε για δύο χρόνια, πέθανε λίγο μετά την αποφυλάκισή του σε ένα φτηνό ξενοδοχείο στη Γαλλία κοιτώντας μια ξεφτισμένη ταπετσαρία στο δωμάτιό του και λέγοντας πριν ξεψυχήσει: « Ή εσύ θα φύγεις, ή εγώ»

    Ξεκινά η αγόρευση που ζητά μια νέα ετυμηγορία, με υπερασπιστικό στοιχείο την εκ βαθέων επιστολή του Ουάιλντ μέσα από τη φυλακή του Ρέντιγκ προς τον εραστή του.

    Ο δικηγόρος διαβάζει την επιστολή και σταδιακά μεταβαίνει στο λόγο του Όσκαρ Ουάιλντ, που απευθύνει την επιστολή του στον αόρατο Μπόζι.

    Εκφράζει το παράπονό του, δύο χρόνια φυλακής και δεν έχει λάβει ούτε μία λέξη από εκείνον.

    « Σε γνώρισα είτε πολύ αργά, είτε πολύ νωρίς. Και τώρα σου γράφω, όχι για να δικαιολογήσω τις πράξεις μου, αλλά για να τις εξηγήσω.»

    Κατηγορεί τον εαυτό του, ο μόνος ανόητος ήταν εκείνος, που δε γνώριζε τον εαυτό του. Ο Μπόζι ενδιαφερόταν να εμφανίζεται σαν φίλος ενός διάσημου συγγραφέα, να απολαμβάνει ακριβή ζωή, και πλούσια δείπνα και να συντηρεί ατελείωτους τσακωμούς. Ο Ουάιλντ όσο ήταν μαζί δεν έγραψε ούτε μια λέξη. Κατηγορεί τον εαυτό του που του επέτρεψε να τον οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή. « Ζητούσες χωρίς ευγένεια και έπαιρνες χωρίς ευγνωμοσύνη […] Ήμουν για άλλα πράγματα πλασμένος».

    Με την αλλαγή της διάθεσής του, τα καπρίτσια του, τα βίτσια του, τις απαιτήσεις του, τον εξουθένωσε. Ο Ουάιλντ έγινε το υποχείριό του, υπέστη την « τη τυρρανία του αδυνάμου πάνω στο δυνατό» Μπορούσε ή να του δοθεί ή να λιποτακτήσει και εκείνος διάλεξε το πρώτο, για να μπορέσει έτσι ο Μπόζι να κατατροπώσει τη διάνοιά του, την περιουσία του και τελικά ολόκληρη την ύπαρξή του. Τον πίεσε να οδηγηθεί σε ψευδομαρτυρίες εναντίον του πατέρα του . Ο φωτισμός, προβάλει τη σκιά του στον τοίχο, ενώ εκείνος κρατιέται από την καρέκλα. Αναλογίστηκε όλα τα ακραία σκηνικά, τα πήγαινε έλα της σχέσης τους, τους καυγάδες τους και μετά σταθερά τις παρακλήσεις, την ικεσία του Μπόζι για να τα ξαναβρούν. Χρησιμοποίησε ακόμα και τη σύζυγο του Ουάιλντ για να τον βρει , όταν εκείνος είχε πια εγκαταλείψει τη χώρα, για να ξεφύγει από αυτή τη φθοροποιό σχέση.

    «Στην αρχή με ακολουθούσες σαν σκιά μου. Τώρα η σκιά της φιλίας μας με ακολουθεί» νευρική κίνηση των χεριών του ηθοποιού, που ακολουθεί τη χροιά της φωνής.

    Κάθε τόσο διακόπτεται η αφήγηση με σωστά επιλεγμένες μουσικές, που αναδεικνύουν το περιεχόμενο των λόγων, μαζί με την υπόκριση, όπως το τραγούδι του Johnny Cash - You are my Sunshine.

    Ο Μπόζι τον χρησιμοποίησε σα μοχλό στην εκδικητική σχέση με τον πατέρα του. « Στο άθλιο παιχνίδι μίσους που παίζατε μεταξύ σας, είχατε ρίξει κι οι δυο τα ζάρια για την ψυχή μου κι εσύ, απλώς, έτυχε να χάσεις. Αυτό είναι όλο.»

    Η ερμηνεία του ηθοποιού Νίκου Νίκα στο ρόλο του Όσκαρ Ουάιλντ είναι εκπληκτική. Υποφέρει, ιδρώνει , τα μάτια του υγραίνονται, αγαπά, πονάει διεκδικεί κατηγορεί.

    Όταν ο συγγραφέας απειλήθηκε, ο Μπόζι δεν τον υπερασπίστηκε. Δεν προστάτεψε την τέχνη του, τον μεγάλο έρωτα της ζωής του και ο Ουάιλντ δε μπορούσε να απαλλαγεί από εκείνον, ενώ προσπαθούσε.

    Στο γιατί όλων αυτών η απάντηση που δίνει είναι ότι ο αναιδής και αχάριστος νεαρός δεν τον αγάπησε ποτέ και εκείνος το ξέρει καλά, γιατί μέσα του νίκησε το μίσος.

    «Γιατί δε μου έγραψες;» με βαθύ πόνο από τον ηθοποιό Νίκο Νίκα.

    Σε πλειστηριασμό όλη του η περιουσία. Βιβλία, πίνακες, έπιπλα, συγγραφικά δικαιώματα, όλα ! Δεν μπορεί πια να εκδώσει βιβλίο, να ανεβάσει κάποιο έργο στο θέατρο χωρίς τα έσοδα να περιέλθουν στον πατέρα του Μπόζι. « Ήσουν εχθρός μου !»

    «Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι κάποιοι άλλοι», αντιγραφή παθών και σκέψεων.

    Ο Μπόζι, αδημονούσε να του επιτρέψει να δημοσιεύσει τα πρώτα γράμματα του Ουάιλντ από τη φυλακή. Πικρή απογοήτευση. Κρατιέται από το φουλάρι του και κλαίει.

    «Ο πόνος είναι μια στιγμή, αλλά κρατά αιώνια», ασφυκτιά, βγάζει το φουλάρι και κάθεται πάνω στις εφημερίδες. « Για εμάς ο χρόνος δεν εξελίσσεται, Στο κελί του κατάδικου, είναι πάντα σούρουπο και πάντα μεσάνυχτα στην καρδιά του»

    «Ο πόνος είναι μια μόνο στιγμή. Κρατά, όμως, αιώνια.» Δε μπορεί να αποδεχθεί αυτό που του συνέβη. Τρεις μήνες μετά τη φυλάκισή του, πέθανε η μητέρα του , που λάτρευε και ο Μπόζι δε μπήκε καν στον κόπο να τον ενημερώσει. « Γιατί δεν μου το έγραψες; […] Η τραγωδία κάθε γυναίκας είναι πως τελικά μοιάζει με την μητέρα της, Η τραγωδία κάθε άντρα είναι πως δεν θα της μοιάσει ποτέ.» Σπίλωσε το όνομα της οικογένειάς του.

    Στη σκηνή, που τον μετέφεραν οι αστυφύλακες το Δικαστήριο των πτωχεύσεων και ενώ ο ίδιος είχε διασυρθεί και ένιωθε και ανάξιος πατέρας, ο φίλος του ο Ρόμπυ τον περίμενε σε έναν διάδρομο και μπροστά στο πλήθος, που έμεινε άφωνο έβγαλε το καπέλο του και υποκλίθηκε μπροστά του, σε ένδειξη σεβασμού και θαυμασμού. Η σκηνή θύμισε την αντίστοιχη με το Χριστό καθοδόν προς την Σταύρωση.

    Κλαίει κάθε τόσο.

    Επαναλαμβάνει με κάποιο γέλιο «Γιατί δεν μου έγραψες;»

    «ΟΙ φτωχοί είναι ευγενέστεροι από εμάς»

    Οι θεοί μου χάρισαν σχεδόν τα πάντα: Είχα ταλέντο, φήμη, υψηλή κοινωνική θέση, ευφυΐα...[…] Έκανα την τέχνη, φιλοσοφία και τη φιλοσοφία τέχνη.[…] Αφέθηκα στη μαγεία των απολαύσεων και χωρίς αίσθημα απολαύσεων.[…] Ξόδευα τη μεγαλοφυΐα μου και σκόρπιζα την αιώνια νεότητά μου με άρρωστη χαρά.[…] Άλλωστε, γνώριζα πως ο μόνος τρόπος να αποφύγει κανείς έναν πειρασμό είναι να ενδώσει σ’ αυτόν»

    «Τώρα ένα πράγμα μου απομένει, η απόλυτη ταπεινότητα. Είμαι πάμπτωχος και άστεγος.» Μαραζώνει. «Υπάρχουν όμως στον κόσμο χειρότερα πράγματα από αυτά.» Τον αγαπά ακόμα με βαθιά κα ειλικρινή αγάπη , παρά όλα τα δεινά του. «.. μόλις βγω από τη φυλακή , θα προτιμούσα ευχαρίστως να ικετεύω για ένα κομμάτι ψωμί από πόρτα σε πόρτα, παρά να έχω πικρία στην καρδιά μου για εσένα ή για τον κόσμο που με καταδίκασε.[…] Αν σε συγχωρήσω , θα ξαναβρώ τη ζωή με περισσότερη γαλήνη.[…]Και θα τα καταφέρω ολομόναχος. Ούτε η θρησκεία, ούτε η ηθική, ούτε η λογική μπορούν να με βοηθήσουν.»

    Άλλοι καθώς λέει χαρίζουν τη ζωή τους στον ουρανό ενώ εκείνος τη χαρίζει μόνο σε ό,τι μπορεί να δει και να αγγίξει. Θέλει να φτάσει στο σημείο να λέει απλά και απροκάλυπτα ότι ήταν δύο οι μεγάλες καμπές στη ζωή του, όταν ο πατέρας του τον έστειλε στην Οξφόρδη και όταν η κοινωνία τον έστειλε στη φυλακή.[…] «Το να αρνείσαι τις εμπειρίες σου είναι σαν να βάζεις ένα ψέμα στα χείλη της ζωής σου.[…] Έχω την απαίτηση η κοινωνία να συνειδητοποιήσει το κακό που μου προκάλεσε, κι έτσι δεν θα υπάρξει ούτε πικρία, ούτε μίσος ανάμεσά μας. Οι φτωχούληδες κα οι απόκληροι εδώ μέσα είναι πιο τυχεροί από εμένα». Αφού εκτίσουν τη ποινή τους θα πάνε σε κάποιο μέρος που δεν θα τους ξέρουν και θα αρχίσουν νέα ζωή. Για εκείνον όμως ο κόσμος έχει «ζαρώσει σε μια παλάμη μέσα», γιατί από την αιωνιότητα της δόξας πέρασε στην αιωνιότητα της ντροπής, όπως λέει. Οι μόνοι άνθρωποι, που θα τον ενδιαφέρουν από εδώ και πέρα, θα είναι οι καλλιτέχνες , γιατί έχουν γνωρίσει την ομορφιά και την οδύνη.

    Χαμογελώντας λέει ότι έχει πολλά πράγματα να κάνει. Η οδύνη είναι και ο τύπος και ο ήλος κάθε μορφής τέχνης. Η αλήθεια στην τέχνη είναι η ένωση ενός πράγματος με τον εαυτό του. Η ψυχή που γίνεται σάρκα, το σώμα που αγκαλιάζει το πνεύμα. […] Δε γεννιέται ούτε παιδί ούτε άστρο χωρίς πόνο.»

    Η τέχνη είναι σύμβολο γιατί ο άνθρωπος είναι σύμβολο. […] Ό,τι συμβαίνει στον άλλο, συμβαίνει και σε σένα».

    Το μεγάλο επίτευγμα του Χριστού είναι ότι αγαπήθηκε και εν ζωή και μετά το θάνατό του. Κάθε έργο τέχνης είναι η εκπλήρωση μιας προφητείας, γιατί κάθε έργο τέχνης είναι η μετατροπή μιας ιδέας σε εικόνα. […] « Από τον Χριστό έμαθε πως, αυτό που ξεχωρίζει τον έναν άνθρωπο από τον άλλο, είναι η αγάπη και η ικανότητά του να αγαπάει.» Όταν μιλά για τον Χριστό λούεται σε ένα κόκκινο φως της οδύνης.

    Συνεχίζοντας μιλά για τις δύο τραγωδίες στη ζωή: « η μία είναι να μην πετύχεις αυτό που επιθυμείς, η δεύτερη είναι να το πετύχεις.» Κάνει σχέδια για το τι θα γίνει μετά την αποφυλάκισή του και νιώθει υποχρέωση να απαλύνει τον πόνο και τη θλίψη του κόσμου.

    Θυμάται που περιμένοντας στο σιδηροδρομικό σταθμό μέσα Νοεμβρίου και υπό βροχή με όλο το πλήθος των επιβατών, που πέρναγε και τον έβλεπε με τις χειροπέδες και γελούσε. Από τότε και για έναν χρόνο, έκλαιγε κάθε μέρα γι’ αυτή την εμπειρία διαπόμπευσης. Και μετά όμως συνεχίζει:

    «Γιατί δεν μου έγραψες; Έστω , ένα γράμμα, Η άνοιξη συχνά κρύβεται σε ένα μόνο μπουμπούκι.» για να συνεχίσει με κατηγόριες « Σε μισώ που με έπεισες να στραφώ εναντίον του πατέρα σου. Μισώ τον εαυτό μου που ενέδωσα σε σένα. Πότισες τη ζωή μου με υποκρισία, τη ζωή μου, που ήταν ολόκληρη μια διαμαρτυρία εναντίον της υποκρισίας !» Σπαράζει, με γοερό κλάμα μικρού παιδιού και το κείμενο και η υπόκριση του Νίκου Νίκα.

    Από τη μια εκλιπαρεί για ένα γράμμα, μια παρουσία και από την άλλη του επιτίθεται ενθυμούμενος όλες τις επιρροές της οικογένειάς του και πόσο ίδιος έμεινε ανεπηρέαστος από τον χαρισματικό αυτόν άνθρωπο που έτυχε να είναι στη ζωή του. Το στασίδι φιλοξενεί τον κατά διαστήματα εξαντλημένο λόγο, την κουρασμένη και βαθιά αδικημένη ψυχή και όλα αυτά με τη παρουσία ενός ταλαντούχου ηθοποιού που ταυτίστηκε με τον συγγραφέα δίνοντάς του τη χαρά στο τέλος να έχει επηρεαστεί κάποιος από εκείνον, ένας άλλος καλλιτέχνης που δεν είναι στερημένος φαντασίας και η καρδιά του είναι γενναιόδωρη για να κατευθυνθεί από τις οδηγίες μια εμπνευσμένης σκηνοθέτιδας.

    «Τα μεγάλα πάθη είναι για τις μεγάλες ψυχές» Απολογισμός μιας σχέσης πριν τη φυλάκισή του Ουάιλντ, κατά τη διάρκεια της και μετά την αποφυλάκισή του. Θα αναζητά το μυστήριο της ζωής, της φύσης. «Όλες οι δίκες δικάζουν τη ζωή του ανθρώπου και όλες οι καταδίκες είναι καταδίκες σε θάνατο.»

    Δείχνει να θέλει να συναντήσει τον εραστή του, μετά την αποφυλάκισή του και ενώ του λέει ότι ήταν ανεπίδεκτος σε οποιαδήποτε γνώση που να προέρχεται από εκείνον , τώρα που αυτός δεν έχει μέλλον γιατί μπροστά του απλώνεται το ένοχο παρελθόν του , το οποίο θα ξεπληρώνει, θα μπορεί ωστόσο αν ήθελε να του διδάξει «το νόημα της θλίψης και την ομορφιά της.»

    Η επιλογή του έργου από τη σκηνοθέτιδα , που έκανε και μια νέα μετάφραση, είναι σωστή επιλογή, γιατί τον 21ο αιώνα υπάρχουν ακόμα χώρες, όπου η ομοφυλοφιλία καταδικάζεται με θάνατο. Αθλιότητες βαρύνουν ανθρώπους μόνο και μόνο για τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις. Κοινωνίες ομοφοβικές, που καταπατούν τα δικαιώματα του ανθρώπου.