Συνέντευξη με την σκηνοθέτιδα Άσπα Τομπούλη για την παράσταση "Το ηρεμιστικό"

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Πλατής

Απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών και των θεατρικών τμημάτων των Royal Holloway και Goldsmiths College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Ξεκινώντας τη σταδιοδρομία της στο θέατρο, εργάστηκε ως βοηθός του Τάσου Μπαντή και της Ρούλας Πατεράκη. Το 1994 δημιούργησε και αποτέλεσε τη καλλιτεχνική διευθύντρια θεατρική εταιρεία «Όψεις». Πρωτοεμφανίστηκε ως σκηνοθέτις και μεταφράστρια με το έργο της Ρ. Λ. Γκόλντενμπεργκ «Γράμματα στο Σπίτι μου» (Εμπρός 1994 – 1995). Εκτός από την δουλειά της με τις “Όψεις, έχει συνεργαστεί ως σκηνοθέτης με το Εθνικό Θέατρο, την Πολιτιστική Ολυμπιάδα, το Δημοτικό Πειραιά και με θιάσους του ελεύθερου θεάτρου. Έχει διδάξει σκηνοθεσία στο θεατρικό τμήμα του Πανεπιστημίου Πατρών και Ναυπλίου.

Με αφορμή το ανέβασμα του θεατρικού έργου με τίτλο: « Το Ηρεμιστικό» του Σάμιουελ Μπέκετ παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος από την Άσπα Τομπούλη σε μετάφραση Εριφύλης Μαρωνίτη. Η Άσπα Τομπούλη, η σκηνοθέτης της παράστασης, μιλάει στο theatromania.gr

Tι είναι αυτό που σας ώθησε και ωθεί κατά τη γνώμη σας έναν θεατρικό σκηνοθέτη να καταπιαστεί με το έργο: «Το ηρεμιστικό» του Σαμιουέλ Μπέκετ;

Μπορώ να σας μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου. Ο αφηγητής του Ηρεμιστικού διηγείται την ιστορία του σαν να ήταν ένας ”μύθος ή ένα παλιό παραμύθι”. Έτσι λέει. Η ιστορία κινείται συνεχώς μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, ονείρου και εφιάλτη με αυτό το σαρδόνιο και υποχθόνιο χιούμορ που είναι τόσο χαρακτηριστικό του Μπέκετ. Και επειδή μου αρέσουν και οι μύθοι και τα παραμύθια και τα πεζά κείμενα στο θέατρο, είπα, ας δοκιμάσω να δω πως θα είναι πάνω στη σκηνή.

Πως προσεγγίζετε σκηνοθετικά το έργο: « Το Hρεμιστικό» του Σάμιουελ Μπέκετ;

Προσπαθώντας να αποτυπώσω σε κίνηση τις άναρχες και αποσπασματικές μνήμες του αφηγητή-ήρωα, τους συνειρμούς και τα ξαφνικά πετάγματα του μυαλού, τις εικόνες που επινοεί. Στην παράσταση του Ηρεμιστικού έχει μεγάλη σημασία το πού και το πώς κινούνται οι ηθοποιοί. Και βέβαια, το πώς “μιλούν” οι ηθοποιοί το κείμενο του Μπέκετ. Και αυτή η παράσταση μου είναι μία παρτιτούρα κίνησης, λόγου, εικόνας και ήχων – ο δικός μου τρόπος για να διηγηθώ την ιστορία του Μπέκετ ή όποια άλλη.

Τι αλλάζει στον τρόπο της σκηνοθετικής προσέγγισης ενός διηγήματος από ένα θεατρικό έργο;

Τα πεζά γράφονται για να διαβάζονται και τα θεατρικά έργα για να βλέπονται. Το πώς περνάει ο γραπτός-αφηγηματικός λόγος και οι σκέψεις στον θεατή είναι το ζητούμενο, τι επιλογές κάνει ο σκηνοθέτης για να στήσει “τον κόσμο” του πεζού κειμένου πάνω στη σκηνή.

Ποια είναι κατά η γνώμη σας η καταλληλότερη σκηνική γλώσσα που εκφράζει καλύτερα ένα κείμενο του Μπέκετ;

Δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος για να ανεβάσεις Μπέκετ ή όποιον άλλο μεγάλο συγγραφέα. Βέβαια, υπάρχουν ιδιαιτερότητες στα πεζά και στα θεατρικά του Μπέκετ που ο κάθε σκηνοθέτης θα χειριστεί με τον δικό του τρόπο. Όπως όλα τα σπουδαία κείμενα, έτσι και του Μπέκετ είναι κείμενα ουσίας, κείμενα πολυεπίπεδα και ασύμβατα που προξενούν μεγάλη φόρτιση και σε αυτούς που τα σκηνοθετούν και σε όσους τα παρακολουθούν ως θεατές.

Στο έργο ο πρωταγωνιστής είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, ο οποίος μιλάει συνεχώς επινοώντας μια ιστορία για να τον ηρεμήσει. Πιστεύετε ότι το κλειδί για την ηρεμία του ανθρώπου είναι η έκφραση;

Ναι, πιστεύω ότι είναι ένα από τα κλειδιά. Κάθε είδους έκφραση, κάθε δημιουργική ανθρώπινη εκδήλωση, κάθε ενέργεια που ενεργοποιεί το σώμα, το μυαλό, την ψυχή.

Κατά τη γνώμη σας ποιο ή ποια είναι τα στοιχεία του κειμένου που δρούν ως ηρεμιστικό για τον θεατή ;

Το ίδιο το κείμενο ως σύνολο – ως γραφή και ως περιεχόμενο. Ελπίζω και η παράσταση.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

Προηγούμενο άρθροΑκρόαση από τον Γιάννη Κακλέα
Επόμενο άρθροΟ Αστέριος Πελτέκης νέος Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Κ.Θ.Β.Ε.