Επιμέλεια: Λιγνού Μαργαρίτα
Το "ΑΡΜΠΑΙT" είναι ένα σπονδυλωτό έργο 7 ιστοριών που ανατέμνει την έννοια της εργασίας. Ποιο είναι το κυρίαρχο συναίσθημα που αφήνει στον θεατή η δική σας ιστορία και πόσο εύκολο είναι να αποστασιοποιηθείτε από αυτό μετά το τέλος της παράστασης;
Σοφία Ακασοπούλου: Θα επιλέξω να μιλήσω για τον χαρακτήρα που υποδύομαι στο τελευταίο κομμάτι που παίζουμε και οι 7 μαζί. Είναι η Σοφία, υπεύθυνη καθαριστριών σε κάποια γραφεία. Απότομη, άδικη, ρατσίστρια, σκληρή. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο. Οι εργαζόμενες τάσσονται εναντίων της και η σχέση μαζί τους είναι συγκρουσιακή.
Στην αρχή το είδα τελείως έξω από εμένα και προσπαθούσα να βρω ένα κοινό σημείο αναφοράς. Το κείμενο όμως είναι τόσο δυνατό και κανένας ρόλος δεν είναι απλώς καλός ή κακός, όπως και εμείς οι άνθρωποι. Αυτή ξέρει γιατί φέρεται έτσι, είναι φοβισμένη, εξαθλιωμένη, ντρέπεται ενδόμυχα για το παρελθόν της και δεν έχει προφανώς εμπιστοσύνη να ανοιχτεί στις άλλες. Είναι σημαντικό επίσης ότι δεν την είδε κάπως με την εξουσία όπως αρχικά φαίνεται. Έχει περάσει από την θέση της καθαρίστριας, ξέρει, οπότε προσπαθεί στο μυαλό της να κάνει όσο καλύτερα την δουλειά της, γιατί αν απολυθεί, καθώς χρωστά λεφτά σε υπόκοσμο και δέχεται απειλές, θα βρεθεί πίσω στην παλιά ζωή της που εμπεριέχει βία, σαπίλα, καταναγκασμό.
Δεν ξέρω στο τέλος τι αποτύπωμα αφήνει στον θεατή αυτός ο ρόλος, έχει να κάνει με τον καθένα ξεχωριστά και κατά πόσο μπορεί να ταυτιστεί έστω και λίγο με ένα τέτοιο χαρακτήρα. Σίγουρα επικρατεί η εργασιακή αλληλεγγύη και το "μπορούσες να μιλήσεις" στο τέλος που μου λέει μια απ' τις καθαρίστριες. Και όντως ο καθένας κάτι περνάει, δεν γίνεται να ξεσπά και να απολύει εργαζόμενους. Παρόλα αυτά
γίνεται. Και η πίεση από τους "πάνω" , πολλές φορές έχει αποτέλεσμα να φαγωνόμαστε μεταξύ μας όλοι όσοι βράζουμε στο ίδιο καζάνι. Δεν ξέρω αν τελικά δικαιώνεται η Σοφία, ούτε και από εμένα την ίδια πολλές φορές, γιατί είναι κατακριτέα η συμπεριφορά της, αλλά με συγκινεί η μοναξιά της και ο φόβος που έχει να ανοιχτεί, οι άμυνες που αναγκάστηκε να χτίσει απέναντι σε όλους και δυστυχώς στο τέλος, μάλλον εξακολουθεί να νιώθει το ίδιο μόνη. Υπάρχουν φορές που δυσκολεύομαι να αποστασιοποιηθώ, είναι ένα έντονο κομμάτι από πολλές απόψεις, αλλά χαίρομαι που φωτίζονται διαφορετικές πτυχές των ανθρώπων και οι θεατές θα βρουν κάτι οικείο να ταυτιστούν.
Η παράσταση φέρει τον υπότιτλο "Γιατί πάνω από όλα είναι τα λεφτά!". Με βάση την ηρωίδα που υποδύεστε, πιστεύετε ότι το χρήμα αποτελεί τον μοναδικό μοχλό πίεσης στις σύγχρονες εργασιακές σχέσεις ή υπάρχουν βαθύτερα υπαρξιακά κίνητρα;
Ελευθερία Αράκη: Όλες μας υποδυόμαστε πολλούς και διαφορετικούς χαρακτήρες, μιας και το έργο αποτελείται από επτά ιστορίες με θέμα την εργασία. Η Μαρία του Σούπερ Μάρκετ θεωρεί ότι πάνω από όλα είναι η φιλία! Σε αυτό βρίσκει νόημα και της δίνει αυτό που χρειάζεται για να αποφύγει την πεζή καθημερινότητα της δουλειάς. Εκεί σκέφτεσαι και κάτι άλλο. Αν αντέχεται η ωμότητα της πραγματικότητας ή πρέπει να την "ντύσεις" με ψευδαισθήσεις για να την αντέξεις.. Η Ζαμπέλη, ευκατάστατη και με διασυνδέσεις, διαπομπεύει και κατηγορεί μια σερβιτόρα. Εκεί κονταροχτυπιούνται διαφορά ζητήματα όπως ο ρατσισμός, το ταξικό, η κοινωνική θέση και αναρωτιέσαι τελικά τι είναι πάνω από
όλα σήμερα. Στα "Ζώα" διακυβεύεται το αν η Λιούμπα που υποδύομαι θα βρει την αλληλεγγύη ή θα έρθει αντιμέτωπη με μια εργασιακή ανθρωποφαγία.
Στο Αρμπάιτ θίγονται ζητήματα που τα σκέφτεσαι (όταν προλαβαίνεις μέσα σε αυτή την ρουτίνα) και τα ζεις κάθε μέρα.. Αναρωτιέσαι ακριβώς αυτό δηλαδή: το αν βαθύτερα πράγματα μπορούν να νικήσουν τον μοχλό πίεσης του χρήματος και τον εκβιασμό τής εργασίας..
Οι ιστορίες που έγραψαν και σκηνοθέτησαν ο Γιώργος Παλούμπης και ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος χαρακτηρίζονται από ωμό ρεαλισμό. Ποιά είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε κατά την προετοιμασία της δικής σας ιστορίας ώστε να αποδοθεί αυτή η ωμή πραγματικότητα;
Θεοδώρα Βαλομάνδρα: Το «Αρμπάιτ» δημιουργήθηκε με σκοπό την παρουσίαση των διπλωματικών μας. Είχαμε την τύχη να δουλέψουμε ταυτόχρονα με τον Γιώργο και τον Αντώνη μέσα σε ένα πλαίσιο αυτοσχεδιασμών με στόχο την αληθινή αντίδραση καθημερινών ανθρώπων σε δύσκολες καταστάσεις, για να φτάσουν να μας αναθέσουν τις ιστορίες του Αρμπάιτ. Έτσι, βρήκαμε τα πατήματα μας με τον ρεαλισμό. Μας βοήθησαν να σκεφτόμαστε ρεαλιστικά έναν ρόλο και να τον φέρουμε με τον δικό μας τρόπο στην σκηνή.
Έχω νιώσει πραγματικά ελεύθερη να δοκιμάσω, να αντλήσω από αυτά που συμβαίνουν γύρω μου ή βιώνω εγώ η ίδια σε προσωπικό επίπεδο. Φυσικά και δυσκολεύτηκα και ακόμα δυσκολεύομαι να τα προσαρμόσω με τρόπο που να σε πείθει ότι παρατηρείς έναν άνθρωπο στο δρόμο, που κουβαλάει μια ιστορία, μια ιστορία που θα έγραφε ο Αντώνης και ο Γιώργος. Τώρα, για να μιλήσω συγκεκριμένα, στην ιστορία της "Σαλαμάνδρας" για παράδειγμα, ο χαρακτήρας που υποδύομαι είναι ένα νευρικό ράκος. Αυτό πως το αποδίδεις με ρεαλισμό όταν μιλάμε για αντιδράσεις που μπορεί να έχει ένα άτομο σε όχι και τόσο ψύχραιμη κατάσταση; Πως βρίζει και εννοεί αυτά που της βγαίνουν αφιλτράριστα, επειδή δεν αντέχει άλλο; Πως εκρήγνυται; Ποια είναι η σωματικότητά της; Δεν είναι εύκολο. Το να μπαίνεις σε διαδικασία να θυμηθείς πως μπορεί να είσαι εσύ ο ίδιος σε παρόμοιες καταστάσεις δεν είναι εύκολο. Αυτό ήταν μια πρόκληση που αντιμετώπισα με την συγκεκριμένη ιστορία και εξακολουθώ να αντιμετωπίζω.
Η λέξη «Αρμπάιτ» κουβαλά ένα πολύ βαρύ ιστορικό φορτίο από τη ναζιστική φράση «Η δουλειά απελευθερώνει». Στη δική σας καθημερινότητα, αλλά και μέσα από το έργο, βλέπετε την εργασία ως μέσο πραγματικής απελευθέρωσης ή ως μια σύγχρονη μορφή εγκλωβισμού;
Βίκυ Εδιάρογλου: Πράγματι είναι μία φράση που κουβαλά βαρύ ιστορικό φορτίο καθώς αντικατοπτρίζει τη ναζιστική προπαγάνδα έξω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που είχαν φτιάξει οι ναζί και από όπου πέρασαν χιλιάδες κρατούμενοι με στόχο να αναμορφωθούν και να εξοντωθούν.
Στη δική μας καθημερινότητα στη σύγχρονη κοινωνία η εργασία μπορώ να πω ότι όχι μόνο δεν λειτουργεί ως μέσο πραγματικής απελευθέρωσης αλλά ναι, εγκλωβίζει τον άνθρωπο.
Κάθε μέρα γινόμαστε μάρτυρες εργατικών ατυχημάτων, οικονομικής ανασφάλειας και αβεβαιότητας, αυξανόμενης πίεσης για όλο και μεγαλύτερη παραγωγικότητα που τελικά δεν καταλήγει ότι μπορούμε να ανταπεξέλθουμε στην καθημερινή μας ζωή. Και η μεγάλη αντίθεση που αποτελεί και ταξικό κριτήριο είναι ότι τελικά όλος αυτός ο πλούτος που παράγουμε καταλήγει σε λίγους. Είναι λες και η καθημερινότητα μας έχει καταλήξει σε έναν ατελείωτο στίβο για να επιβιώσουμε. Καλούμαστε να αποδεχτούμε αυτή την αδικία, η οποία μας κρατά εγκλωβισμένους και μπερδεμένους μπροστά σε κάλπικα διλήμματα όπως για παράδειγμα ότι αν δουλέψουμε πιο πολύ θα βγάλουμε πολλά λεφτά, ή ότι η καριέρα είναι το πιο σημαντικό κοκ ενώ βλέπουμε την καθημερινή μας ζωή να εξαντλείται.
Σαν προσωπικό βίωμα άλλωστε αντιμετωπίζω μία τέτοια συνθήκη καθώς κάνω δύο και μπορεί και τρεις δουλειές για να μπορέσω να ανταπεξέλθω στις συνθήκες του σήμερα-κάτι που καλούμαστε να κάνουμε δυστυχώς οι περισσότεροι ηθοποιοί. Και όχι δεν είναι από προσωπική επιλογή, ούτε αποτελεί απελευθέρωση, αλλά ανάγκη για επιβίωση. Παράδειγμα επι πρόσθετα σε αυτό είναι ότι οι ηθοποιοί και ο κλάδος ενωμένος αυτή τη στιγμή παλεύουμε για αξιοπρεπή συλλογική σύμβαση εργασίας, δηλαδή το αυτονόητο. Στην παράσταση θίγονται διάφορα παρόμοια εργασιακά ζητήματα και συγκρούσεις σε όλες τις σκηνές. Η εργαζόμενη που δίνει συνέντευξη και περνάει από κόσκινο για το τί προϋπηρεσία έχει για να αποδείξει την αξία της ή αν σκοπεύει να κάνει οικογένεια, οι εργαζόμενες που το ολιγόλεπτο διάλειμμα τους αποτελεί ανάσα και δεν πρέπει να διαλυθεί, η υπάλληλος γραφείου που δουλεύει εξαντλητικά ωράρια (και πολλά ακόμη που θα τα αποκαλύψει ο θεατής)
Επομένως σε αυτό το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα δεν αποτελεί σίγουρα απελευθέρωση η εργασία. Σε μια άλλη κοινωνία όπου η τεχνολογία, η επιστήμη και όλα τα μέσα θα είναι υπέρ του ανθρώπου και όχι υπέρ των πολέμων και των κερδών των λίγων, η εργασία μπορεί να αποτελέσει ελευθερία. Γιατί οι άνθρωποι θα δουλεύουμε τότε για τους εαυτούς μας και την κοινωνία συλλογικά. Γιατί η τέχνη τότε θα απελευθερωθεί από την εμπορική της εξάρτηση και θα ανοίξει ο δρόμος για την ανάπτυξη μιας τέχνης που στο κέντρο της έχει τις ανάγκες και τα συμφέροντα του λαού.
Διανύετε τον δεύτερο χρόνο της παράστασης, μετά την περσινή μεγάλη επιτυχία. Πώς έχει εξελιχθεί η σχέση σας με τον ρόλο σας φέτος και ποιες νέες πτυχές της εργασιακής εκμετάλλευσης ή της ανθρώπινης φύσης ανακαλύψατε μέσα από αυτή την επανάληψη;
Εύα Θεολόγη: Κάθε φορά που ανεβαίνει το έργο, αισθάνομαι πως είναι διαφορετικό. Αυτό ισχύει και από τη μία εβδομάδα στην άλλη, πόσο μάλλον από τη μία χρονιά στην άλλη. Κατανοούμε καλύτερα τις πτυχές του ρόλου και κατακτάμε νέα επίπεδα επικοινωνίας με τις συναδέλφους μας πάνω στη σκηνή. Παράλληλα, από τη στιγμή που η καθεμία μας καλείται να ενσαρκώσει περισσότερους από έναν ρόλους, υπάρχει δυνατότητα εξέλιξης σε διαφορετικά επίπεδα και σκηνές. Περνώντας, λοιπόν, από αυτή τη διαδικασία, ανακάλυψα
σίγουρα καινούρια κομμάτια των χαρακτήρων που υποδύομαι και νέες ανθρώπινες πτυχές μέσα σε αυτούς.
Πήραν μέσα μου χώρο και μορφή διάφορα ερωτήματα. Πόση σημασία έχουν τα λεφτά για κάποιον που τα έχει ανάγκη; Τι σημαίνει απόλυση; Σε ποιες ακραίες συνθήκες μπορεί να φτάσει κάποιος που εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους του και τι μπορεί να έχει υποστεί και ο ίδιος για να το κάνει αυτό; Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει ένα άτομο που έχει έρθει από άλλη χώρα για να δουλέψει;
Είναι καταστάσεις που αρχικά μπορεί να σοκάρουν, αλλά είναι τόσο κοντά μας και τόσο ανθρώπινες, που σίγουρα όλοι μας βρίσκουμε μέσα τους πτυχές του εαυτού μας.
Σε ένα σπονδυλωτό έργο με επτά διαφορετικές γυναικείες ερμηνείες πως λειτουργεί η δυναμική μεταξύ σας στα παρασκήνια και στην σκηνή ; Πώς ενώνονται αυτές οι επτά διαφορετικές «φωνές» κάτω απτό κοινό θέμα της επιβίωσης;
Άννα Μαρίνου: Η μεταξύ μας δυναμική από την σχολή ακόμα αλλά και τώρα ήταν πάντα πολύ ισορροπημένη , είμαστε μια αρκετά δεμένη ομάδα με άψογη συνεργασία και καλή επικοινωνία. Αυτό είναι κάτι που μας το λένε πολύ σαν σχόλιο και είμαστε πολύ περήφανες γιατί είναι κάτι που θέλει συνέχεια δουλειά και φροντίδα . Οι επτά αυτές φωνές λοιπόν ενώνονται πολύ αρμονικά κάτω από το κοινό θέμα της επιβίωσης διότι τα κείμενα είναι λίγο πολύ καταστάσεις που όλοι έχουμε βιώσει και έχουμε την ευκαιρία να βάλουμε και δικά μας , βιωματικά στοιχεία μέσα στον κάθε ρόλο.
To έργο δείχνει να μιλά για καταστάσεις που όλοι έχουμε βιώσει ή δει γύρω μας στον εργασιακό στίβο. Υπήρξε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των προβών ή των παραστάσεων που νιώσατε ότι η ιστορία σας «ακουμπά» σε προσωπικά σας βιώματα;
Μαρίτσα Φωτιάδου: Εφόσον είναι ένα έργο βγαλμένο μέσα από την ζωή και κυρίως την εργασιακή, υπάρχουν πολλά σημεία που "με βλέπω" είτε συναισθηματικά είτε σε αντίδραση!
Συγκεκριμένα έχω έρθει πολλές φορές στη θέση της σερβιτόρας όπου πρέπει να μη χάνεται ποτέ ο επαγγελματισμός ακόμη και όταν έχεις μια πολύ δύσκολη μέρα και με κάποιον τρόπο πρέπει να μη φανεί αλλά να κρυφτεί καλά για να βγει σωστά η δουλειά. Δεν υπάρχουν δηλαδή περιθώρια να κουβαλήσεις μία διάθεση που δεν ανταποκρίνεται σε συνεχόμενο χαμόγελο και πάντα ευγενική διάθεση.
Άλλο παράδειγμα αποτελεί η σκηνή στο νηπιαγωγείο καθώς έχω δουλέψει με παιδιά αρκετά χρόνια και ξέρω πως εκείνη τη στιγμή στη σκηνή αν δεν το ελέγξω θα με πάρει από κάτω γιατί είναι ένα πολύ τραυματικό γεγονός. Ενώ στη σκηνή με τις καθαρίστριες με συγκινεί πάντα η αλληλεγγύη όπου ακόμη και σε μια πολύ δύσκολη δουλειά γίνεται να έχεις ανθρώπους να συνδεθείς και το έχω βιώσει και εγώ στην ζωή μου.
Άλλωστε η παράσταση προσφέρει τη δυνατότητα στο θεατή να αναγνωρίσει παρόμοιες καταστάσεις στη δική του καθημερινότητα και αυτό είναι ένα σύνηθες σχόλιο που παίρνουμε συχνά και από τους θεατές, ότι βλέπουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτό.
Πληροφορίες για την παράσταση: εδώ



