Κριτική για την παράσταση "Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια"

Από τον Ιωάννη Λάζιο

Παρακολουθώντας στο Θέατρο Τέχνης την παράσταση «η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» θυμήθηκα τον Κάρολο Κουν, ο οποίος έλεγε πως πίστευε σε ένα είδος εσωτερικού ρεαλισμού, που εκφραζόταν καλύτερα από τον Βαχτάνγκωφ, τον λεγόμενο φανταστικό ρεαλισμό. Αυτή η πίστη τον οδήγησε, όπως ο ίδιος έλεγε, στο να παρουσιάσει τον Ίψεν "σεμνά και σαρκαστικά", τον Σω "ρεαλιστικά γελοιογραφικά" και τον Πιραντέλλο "με ένα πνεύμα ημιγκροτέσκικο ανακατωμένο με μελοδραματικό θεατρινισμό". Οι επί μέρους σκέψεις μου εντάχθηκαν σε μια ευρύτερη προβληματική, που αμφισβητεί την ύπαρξη του φανταστικού ρεαλισμού και την ικανότητά του να επιτύχει τον θεμελιακό σκοπό του. Σε πολλούς ο όρος φανταστικός ρεαλισμός είναι άγνωστος. Συμπυκνώνοντας το νόημά του θα λέγαμε ότι είναι η ακεραιότητα, η ατομικότητα της καλλιτεχνικής ουσίας, που εφαρμόζει στα φαινόμενα εκτός αισθητικής εμπειρίας ο καλλιτέχνης.

Το κατά πόσον είναι εφικτή μια τέτοιου είδους αποστασιοποίηση από τον θεμελιακό ρεαλισμό είναι ένα θέμα, καθότι η φαντασία μας είναι η δυνατότητα μας να μεταπλάθουμε τα δεδομένα του κόσμου μας και να συνθέτουμε νέα, ίσως ανύπαρκτα. Ανύπαρκτα; Ως προς τι; Ως προς την ήδη γνωστή σε εμάς πραγματικότητα. Έτσι, αν πρόκειται για μια ρεαλιστική απόδοση μιας φαντασιακής σύλληψης του κόσμου, το αποτέλεσμα θα είναι μια αποστασιοποιημένη τέχνη, η οποία θα αδυνατεί να επικοινωνήσει τις όποιες αλήθειες της με το κοινό, καθότι αυτό θα πρέπει πρώτα να μυηθεί στην αισθητική φιλοσοφία του καλλιτέχνη και κατόπιν να γίνει συμμέτοχος ως θεατής. Αυτός είναι και ο λόγος που υπήρξε η ανάγκη δημιουργίας του «Ομίλου των φίλων του Θεάτρου Τέχνης». Όπως έλεγε ο ίδιος ο Κουν: «Μόνο με πλήρη κατανόηση μεταξύ μας, μπορεί το θέατρο να σταθεί και να εκπληρώσει το σκοπό του». Αυτό αναπόφευκτα δημιουργεί μια κλειστή καλλιτεχνική ελίτ που αντιλαμβάνεται τον φανταστικό ρεαλισμό του σκηνοθέτη.

Ο Κουν κατάφερε για χρόνια να αποκτήσει έναν σεβαστό κύκλο ανθρώπων, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν και συναισθάνονταν την αισθητική του. Μπορεί ένας σκηνοθέτης, ο οποίος δεν έχει ένα ολόκληρο σύστημα με σταθερή σκηνή και πιστούς θεατές, και φυσικά το χρονικό υπόβαθρο, να αποτολμήσει να σκηνοθετήσει μια παράσταση ορμώμενος αισθητικά από αυτό που λέμε φανταστικό ρεαλισμό; Εν τέλει, έχει θέση σήμερα στην τέχνη μια τέτοια μορφή αντίθεσης στην κυρίαρχη ερμηνευτική; Μπορεί να ληφθεί σαν πρόταση αισθητικής καινοτομίας η πρόταξη της ατομικής πεποίθησης και να υιοθετηθεί η συλλογιστική ενός ανθρώπου από τους άλλους με τρόπο τέτοιο που να συνιστά πλέον καλλιτεχνική πρόταση; Ταπεινά φρονώ πως μια τέτοια πεποίθηση είναι εγωιστική. Σήμερα η πρόκληση είναι να μπορέσει ο καλλιτέχνης να ενώσει ένα διπολικό κοινό, που άλλοτε συμπεριφέρεται σαν αισθητικά κατακερματισμένο και άλλοτε σαν να είναι πλήρως παραδομένο στην κομφορμιστική αισθητική της μαζικής κουλτούρας. Το νόημα είναι να βρεθεί μια γέφυρα επικοινωνίας, ένας κοινός λόγος, μια αισθητική συμπερίληψης, και όχι να δημιουργήσουμε άλλον έναν παράλληλο κόσμο, στον οποίο θα θωρακίσουμε τις πεποιθήσεις μας, αποκλείοντας έξω από αυτόν όποιον δεν δύναται να τις αντιληφθεί. Η πλήρης κατανόηση που λέει ο Κουν είναι σήμερα ένα σχεδόν αξεπέραστο εμπόδιο, που καλείται να υπερπηδήσει ο σκηνοθέτης. Ο Κουν στην εποχή του έφερε φρέσκο αέρα αλλαγής στη τέχνη και αντιστάθηκε στην κατεστημένη αντίληψη της ερμηνείας, φέρνοντας πραγματικά μια νέα πρόταση. Εκείνη η πρόταση σήμερα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του σήμερα, κυρίως διότι σήμερα δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για να χτιστεί μια σχέση τέτοια που να οδηγεί στην διυποκειμενική συνεννόηση καλλιτέχνη - θεατή.

Όλα τα παραπάνω έχουν άμεση σχέση με τη σκηνοθετική αισθητική της παράστασης. Πρόκειται για ένα σκηνοθετικά ασύνδετο αποτέλεσμα, που παρά τον κόπο που κατέβαλα να παρακολουθήσω τη συλλογιστική του σκηνοθέτη, βρέθηκα αποκλεισμένος, ματαιοπονώντας να καταλάβω και να νιώσω την αλήθεια που παρουσίαζε ο Γιάννος Περλέγκας.

Το να μιλήσει κανείς για τις ερμηνείες είναι εξαιρετικά δύσκολο, διότι δεν είναι διακριτό μέχρι πού φτάνει το όριο της επιρροής του σκηνοθέτη και πού της πρόσληψης του ηθοποιού.

Η Ανθή Ευστρατιάδου, αν και ο γενικός ρόλος της στην παράσταση είναι ακατανόητος, παραμένει εξαιρετικά εντυπωσιακή στη ψυχογραφική της αφήγηση που διατρέχει την παράσταση και πιστή στην αποπεράτωση της σουρεαλιστικής ή σατιρικής ή ειρωνικής φυσιογνωμίας του ρόλου της. Η Σοφία Κόκκαλη, εμφανώς σκηνοθετικά κατευθυνόμενη, κούρασε με τον τονισμό της λήγουσας κάθε λέξης και με την μακρόσυρτη εκφορά των φωνηέντων της. Πραγματικός πονοκέφαλος! Η Κατερίνα Λυπηρίδου ήταν σκηνικά αμήχανη και χαμένη μέσα σε αυτό το δαιδαλώδες έργο. Όπως και οι Γιάννος Περλέγκας και Γιάννης Παπαδόπουλος ήταν αμήχανοι και διεκπεραιωτικοί . Αλλά ο δεύτερος είχε να αντιμετωπίσει την κατά κάποιον τρόπο σαδιστική σκηνοθετική οδηγία που τον ήθελε να ισορροπεί ανάμεσα στο τραπέζι και την καρέκλα που καθόταν, σαδιστική γιατί δεν είχε καμία σχέση με την εξέλιξη της πλοκής ή κάποιον συμβολισμό… Ο Θοδωρής Σκυφτούλης ενσάρκωσε μια εντελώς γελοία, μπουφόνικη καρικατούρα σερβιτόρου. Ο Μιχάλης Τιτόπουλος απέδωσε τον ρόλο του με μια ρευστή ερμηνεία, υπερβολική και ασταθή, που διαρρήγνυε την αισθητική συνοχή της, καθώς πότε ανήκε σε ένα είδος και πότε σε άλλο. Τέλος, η Εύη Σαουλίδου δεν χωρούσε, δυστυχώς, στο θέατρο. Η ερμηνεία της, η τοποθέτησή της, η στάση της είναι σαν να προορίζεται για τα μεγάλα αρχαία θέατρα, όπου η κλασσική ερμηνεία θέλει τον ηθοποιό να ερμηνεύει με πιο ισχυρή ένταση φωνής, μεγάλες χειρονομίες και έναν πιο πομπώδη τρόπο. Η Στέλλα της έμοιαζε με Αντιγόνη ως προς την παρρησία.

Κάτι τελευταίο για την σκηνοθεσία: αφορά την έναρξη της παράστασης κατά την οποία προβάλλεται σκηνή από την ταινία του Κακογιάννη, με την Μελίνα Μερκούρη. Ο ρόλος αυτός είναι ο πιο εμβληματικός ρόλος της ηθοποιού, η οποία ταυτίστηκε με αυτόν και είναι ίσως ο μοναδικός ρόλος που η ερμηνεία της ήταν αξιοσημείωτη και αξιοπρόσεκτη. Αυτή η έναρξη ρίχνει μια σκιά στην ερμηνεία της Εύης Σαουλίδου, αφού ο σκηνοθέτης σε αναγκάζει να κάνεις την σύγκριση. Και ενώ, πολύ πιθανά, η ηθοποιός της παράστασης να κέρδιζε την μάχη της σύγκρισης, μέσα σε αυτό το σκηνοθετικό χάος κάτι τέτοιο είναι αδύνατον.

Ειλικρινά αυτή η παράσταση μου δημιούργησε τόσο σύγχυση, λόγω όλων αυτών των ασυνάρτητων σκηνοθετικών επιλογών και κατευθύνσεων, όσο και απογοήτευση, εξαιτίας της ανεκμετάλλευτης υποκριτικής δυναμικής των ηθοποιών που συναπαρτίζουν την παράσταση.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

Προηγούμενο άρθροΣυνέντευξη με τον ηθοποιό Κωνσταντίνο Γώγουλο για την παράσταση «Μυθιστόρημα»
Επόμενο άρθροΕπετειακό Συνέδριο “Η πρόσληψη του Μολιέρου στη νεοελληνική παιδεία και στο νεοελληνικό θέατρο, 18ος-21ος αιώνας”