Η δύναμη του σκότους

Αρχείο Παίχτηκε από 07/10/2017 έως 21/01/2018
στο Σύγχρονο

2ος χρόνος παραστάσεων
Διάρκεια: 130' με διάλειμμα
Συγγραφέας: Λέων Τολστόι
Σκηνοθέτης: Ελένη Σκότη
Κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου
Ερμηνεύουν: Πέγκυ Τρικαλιώτη, Αγορίτσα Οικονόμου, Γιώργος Παπαγεωργίου, Αθανασία Κουρκάκη, Γιώργος Ζιόβας, Θανάσης Χαλκιάς, Μιχαήλ Γιαννικάκης, Μαρία Προιστάκη, Βαλέρια Δημητριάδου, Αθηνά Αλεξοπούλου

Περιγραφή

Η Ομάδα Νάμα παρατείνει τις παραστάσεις για την δύναμη του σκότους του Λέοντος Τολστόι, μέχρι την Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018 στο Σύγχρονο Θέατρο.
Το θεατρικό αριστούργημα του Λέοντα Τολστόι, που γράφτηκε το 1886, είναι ένα κοινωνικό δράμα, που με σαρκαστικό χιούμορ, αλλά και ένα πρωτοφανή για την εποχή του ωμό ρεαλισμό, καταδεικνύει τα ζοφερά συμπεράσματά του για την ανθρώπινη φύση, κρίνοντας καταστάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές της εποχής του. Το έργο βασίστηκε σε μια πραγματική ιστορία, που συντελέστηκε μερικά χρόνια νωρίτερα με ήρωες όχι πρόσωπα της "καλής κοινωνίας", αλλά "απλούς ανθρώπους" του λαού με τους οποίους ο κόμης Τολστόι προσπαθεί να ζήσει κοντά τους γαλήνια και ειρηνικά.

Περισσότερα

Το 1880, ένας μουζίκος ομολόγησε δημόσια, στο γάμο της πρόγονής του, πως είχε κάνει παιδί μαζί της, το σκότωσε αμέσως μετά και ύστερα προσπάθησε να σκοτώσει και το δικό του εξάχρονο κοριτσάκι. Λίγα χρόνια μετά, με αφορμή αυτό το ανατριχιαστικό έγκλημα, γράφεται η δύναμη του σκότους. Ένα έργο που το αβυσσαλέο σκοτάδι του θυμίζει τον Μάκβεθ του Σαίξπηρ και την Κόλαση του Δάντη.

Το αναμφισβήτητο και σχεδόν άγνωστο αυτό αριστούργημα είναι γραμμένο μέσα στη δίνη μια βαθύτατης εσωτερικής κρίσης και φωτίζει με σπαρακτικό τρόπο τις διαστάσεις της, γιατί εδώ ο Τολστόι έχει ως ήρωές του όχι πρόσωπα της «καλής κοινωνίας», που έτσι και αλλιώς την κατακρίνει και την αρνιέται, μα απλούς μουζίκους - «αγνούς», «καλούς» χωρικούς θα λέγαμε αφελώς - κοντά στους οποίους προσπαθεί να ζήσει γαλήνια και ειρηνικά. Κι όμως συμβαίνουν και εδώ πράγματα φρικαλέα.

Η παράσταση από την Ομάδα Νάμα, με μια σύγχρονη φόρμα και τολμηρή ματιά, αναδεικνύει με πιστότητα τα νοήματα του έργου, αξιοποιώντας το καυστικό χιούμορ του ίδιου του Τολστόι, αλλά και τη δυσβάσταχτη ειλικρίνεια και διεισδυτικότητα της γραφής του. Με το αριστουργηματικό αυτό άγνωστο έργο του ο Τολστόι, θα φέρει τον θεατή στο 2ο μέρος, όταν η πλοκή κορυφωθεί, αντιμέτωπο με ένα αβυσσαλέο σκοτάδι που θυμίζει τον Μάκβεθ του Σαίξπηρ και την Κόλαση του Δάντη.

Τα συμπεράσματα του Τολστόι για την ίδια την ανθρώπινη φύση, είναι εν τέλει σκοτεινά, ζοφερά, δυσβάστακτα, αλλά δεν αποκλείουν καθόλου, ύστερα από την πτώση -όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή- την τελική εξύψωση, τη μετάνοια, την πραγματική, την ολοκληρωτική «εκ των ένδον» αλλαγή, όσο δύσκολη -σχεδόν αδύνατη- κι αν φαίνεται.

Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1888 στο Παρίσι, διότι στην τότε τσαρική Ρωσία λογοκρίθηκε ως "υπέρ το δέον ρεαλιστικό". Τελικά έκανε πρεμιέρα στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας επτά χρόνια αργότερα, όπου έτυχε μιας θριαμβευτικής αποδοχής. Το κοινό αφού όρθιο χειροκρότησε συγκλονισμένο καλώντας επί σκηνής τον συγγραφέα που δεν ήταν εκεί, τελικά κόσμος πολύς μαζεύτηκε μπροστά στο σπίτι του αποθεώνοντάς τον με βαθύ σεβασμό. Ήταν 29 Νοεμβρίου 1895.

(από το βιβλίο Η δύναμη του Σκότους, Εκδόσεις Ροές)

Συντελεστές
Παραγωγή: Ομάδα Νάμα
Καλλιτεχνική ταυτότητα: Ελένη Σκότη, Γιώργος Χατζηνικολάου
Video/Trailer: Σταύρος Συμεωνίδης  
Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Τριανταφυλλιά Δούνια
Επικοινωνία/Δημόσιες Σχέσεις: Μαρία Αναματερού

Τη σεζόν 2016-17 συμμετείχε στη διανομή ο Χρήστος Σαπουντζής.

Βίντεο

16 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Καθηλωτική παράσταση με ποικιλία χαρακτήρων κι εναλλαγές! Εξαιρετικές ερμηνείες!! Δεν ξεφεύγουμε ποτέ από τις πράξεις μας κι οι συνέπειες μας ακολουθούν!! Αξίζει να την δείτε! Ευχαριστώ Θεατρομάνια για την ευκαιρία!

  2. Από την θεατρολόγο Μαρία Μαρή

    Η Ελένη Σκότη επιδίωξε με μεγάλη επιτυχία να ανεβάσει στη σκηνή του Σύγχρονου θεάτρου το έργο του Λέοντα Τολστόι «Η Δύναμη του Σκότους».

    Σε μια εποχή κρίσης ηθικών αξιών και διολίσθησης ο Τολστόι (1828-1910),ένας από τους κορυφαίους λογοτέχνες, γνωστός στο ευρύ κοινό πρωτίστως για τα έργα του "Πόλεμος και Ειρήνη" και "Άννα Καρένινα", μοιάζει πιο επίκαιρος από ποτέ.

    Η ζωή του χαρακτηρίστηκε από μεγάλες αντιθέσεις, καθώς τα πρώτα άσωτα χρόνια της αριστοκρατίας τα διαδέχτηκε η ριζοσπαστική μεταστροφή του προς την άρνηση του πλούτου, τη φιλανθρωπία και προς έναν ιδιόμορφο ειρηνιστικό και χριστιανικό αναρχισμό, που έτυχε θαυμασμού από προσωπικότητες όπως ο Γκάντι και επισφραγίστηκε με τον αφορισμό της Ρωσικής Εκκλησίας.

    Έκφραση της γοητείας που του ασκούσε ο τρόπος ζωής στην επαρχία και συνάμα η αποστροφή του για την αριστοκρατική τάξη πραγμάτων, της οποίας ο καθωσπρεπισμός στηλιτεύτηκε στην "Άννα Καρένινα" (1875-77), αλλά και στη «Δύναμη του Σκότους», είναι εμφανείς οι υπαινιγμοί για τη διαφθορά του επιφέρει το χρήμα στον άνθρωπο, σε αντίθεση με τη καθάρια ψυχή και σκέψη των απλών, φτωχών ανθρώπων, όπως της Μαρίνας, του Ακίμ και του επιστάτη του Μίτριτς .

    Το 1880, ένας μουζίκος ομολόγησε δημόσια, στο γάμο της προγονής του, πως είχε κάνει παιδί μαζί της. Το σκότωσε αμέσως μετά και ύστερα προσπάθησε να σκοτώσει και το δικό του εξάχρονο κοριτσάκι. Λίγα χρόνια μετά, με αφορμή αυτό το ανατριχιαστικό έγκλημα, γράφεται «Η Δύναμη του Σκότους». Ένα έργο που το αβυσσαλέο σκοτάδι του θυμίζει τον Μάκβεθ του Σαίξπηρ και την Κόλαση του Δάντη. ..

    Το αναμφισβήτητο και σχεδόν άγνωστο αυτό αριστούργημα, είναι γραμμένο μέσα στη δίνη μιας βαθύτατης εσωτερικής κρίσης και φωτίζει με τρόπο σπαραχτικό τις διαστάσεις της, γιατί εδώ ο Τολστόι έχει ως ήρωές του όχι πρόσωπα της "καλής κοινωνίας", που έτσι κι αλλιώς την κατακρίνει και την αρνιέται, μα απλούς μουζίκους -"αγνούς", "καλούς" χωρικούς θα λέγαμε αφελώς- κοντά στους οποίους προσπαθεί να ζήσει γαλήνια και ειρηνικά. Κι όμως συμβαίνουν κι εδώ πράγματα φρικαλέα. Τα συμπεράσματα του Τολστόι για την ίδια την ανθρώπινη φύση, εν τέλει, είναι σκοτεινά, ζοφερά, δυσβάστακτα. Δεν αποκλείει όμως, ύστερα από μια πτώση, όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή, την τελική εξύψωση, τη μετάνοια, την πραγματική, ολοκληρωτική "εκ των ένδον" αλλαγή- όσο δύσκολη -σχεδόν αδύνατη- και αν φαίνεται.

    Το έργο ολόκληρο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η άρνηση κάθε ιδανικού. Ο εξευτελισμός κάθε ηθικής έννοιας. Μια προσβολή σε κάθε τι ωραίο. Ούτε ο Ζολά δεν έφτασε σε τέτοιο σημείο χυδαίου και κτηνώδους ρεαλισμού.

    Όλοι οι ήρωες του έργου εκτός από τον Ακίμ και την Μαρίνα, ίσως, ζούνε σε ένα βασανιστικό σκοτάδι , που τους ροκανίζει τη ζωή και τη ψυχή τους. Στο εσωτερικό σκοτάδι προστίθενται και οι αντικειμενικές εξωτερικές συνθήκες, της φτώχειας και της εξαθλίωσης.

    Η παράσταση αποδίδει τον εσωτερικό και τον περιβάλλοντα ζόφο.

    Αρχίζει με κάποιον που παίζει μπαλαλάικα καθώς έρχεται ο θίασος, με χαρακτηριστικές φωνές ζώων, λαϊκές φωνές και αντίστοιχη κίνηση.

    Αγροτική κοινωνία, όπου ξεπροβάλει ο παράνομος έρωτας του Νικήτα (Γιώργος Παπαγεωργίου )με την Ανίσα (Πέγκυ Τρικαλιώτη), παντρεμένη με τον γέρο και βαριά άρρωστο, Πιοτρ. Εκείνος την ενημερώνει ότι μετά από υπόδειξη του πατέρα του, πρέπει να φύγει και εκείνη τον ζηλεύει. Φοβάται ότι θα τον χάσει, γιατί υποπτεύεται ότι έχει σχέση με κάποια Μαρίνα.

    Η μητέρα του η Ματριόνα (Αγορίτσα Οικονόμου) χειριστική, μια φοβερή φυσιογνωμία, που θα αποδειχτεί μηχανορράφος, την καθησυχάζει ότι ο Νικήτας δεν έχει να πάει πουθενά λέγοντάς της «Μπορείς να τραβήξεις ένα άλογο από το σανό του;»

    Περιμένουν όλοι να πεθάνει ο Πιοτρ, ο άνδρας της Ανίσας για να κληρονομήσουν την περιουσία του – ο σανός, τον οποίο εποφθαλμιούν. Η ίδια, η Ματριόνα σε μια ωραία σκηνή με προβολή στο βάθος της σκηνής, δίνει μαντζούνια στην Ανίσα για να διευκολύνει την «αποχώρηση» του Πιοτρ.

    Ο Ακίμ,( Θανάσης Χαλκιάς )ο πατέρας του Νικήτα, με συστολή και νευρικό τραύλισμα, μιλά για το γεγονός ότι ο γιος του ντρόπιασε τη Μαρίνα (Βαλέρια Δημητριάδου), φτωχή, ορφανή κοπέλα και θα πρέπει να επανορθώσει. Η Ματριόνα του μιλά έντονα για να σωπάσει και να καλύψει τη πομπή του γιου της, λέγοντας ότι η κοπέλα είναι μια του δρόμου. Ο Ακίμ, σαν προοικονομία, προειδοποιεί το γιο του, που στο μεταξύ τα αρνείται όλα «Πρόσεχε Νικήτα, του αθώου τα δάκρυα πέφτουν σαν βόλια!» Τη Μαρίνα, αλήθεια είναι ότι την εξαπάτησε και η ίδια λέει στο Νικήτα, σχεδόν καταγγελτικά, ότι δεν θα μπορέσει να είναι ποτέ ευτυχισμένος.

    Τα σκηνικά ( Γιώργος Χατζηνικολάου), απλά και λειτουργικά, όλα από μαύρο φελιζόλ, αλλάζουν εύκολα θέση και μεταλλάσσονται σε διάφορα σκηνικά αντικείμενα και οριοθετούν ή χαρακτηρίζουν χώρους. Ο Πιοτρ άρρωστος βαρυγκωμά, στέλνει να φωνάξουν την αδελφή του γιατί πεθαίνει. Τα λεφτά είναι κάτω από τις σανίδες του πατώματος και η μάνα του Νικήτα παροτρύνει την Ανίσα να του δώσει το φαρμάκι. Την ενημερώνει δε ότι η Μαρίνα παντρεύτηκε έναν πλούσιο χήρο με τέσσερα παιδιά, που αναγνώρισε τη φτωχή αυτή κοπέλα και τη συμπόνεσε. Έτσι την καθησυχάζει και της κάνει φανερό ότι τώρα εκείνη είναι μόνο στην καρδιά του Νικήτα. Είναι εκπληκτικό, πως με αργά και στοχευμένα βήματα φτάνει ο συγγραφέας στην κρίση και στις τραγικές εκβάσεις. Η Ανίσα τρέμει και με παρότρυνση της Ματριόνα δίνει το φαρμάκι στον Πιοτρ, ενώ η τελευταία φιλά σταυρό και ορκίζεται ότι δεν της έδωσε καμία σκόνη, αρνούμενη την ευθύνη, τη συνεργία, ή την παρότρυνση για το «φονικό». Δεν υπάρχει κανένα ηθικό έρμα, κανένα όριο. Ο ετοιμοθάνατος ζητά συγχώρεση από το Νικήτα για τις φορές τον είχε πικράνει με τα λόγια του.

    Τύψεις βαραίνουν το Νικήτα. Η Ματριόνα τρομερά χειριστική με το γιο της και με την Ανίσα. Εκπληκτική η ερμηνεία της ηθοποιού, αποτέλεσμα ταλέντου, δουλειάς και της διδασκαλίας της σκηνοθέτιδας. Ορμηνεύει το γιο της, με σκαιό τρόπο «Χρειάζεται νιονιό για να ζήσεις καλά … Μην ξεχνάς τι έχω κάνει εγώ για σένα. Τα τρεχάματα, τους κόπους! Σα θα΄ρθει η ώρα, αυτά μην τα ξεχνάς!». Τον χτυπά, για να καταλάβει τι πρέπει να κάνει. Και από την άλλη στην Ανίσα «Τα λεφτά τα έχει πάνω του, δως του τσάι πριν έρθει η αδελφή του!» και μετά που του αποσπά τα χρήματα η Ανίσα την προτρέπει να τα δώσει στο Νικήτα να τα φυλάει αυτός.

    Όταν ο Πιοτρ πεθαίνει, η Ανίσα κλαίει και χαϊδεύει το Νικήτα.

    Εκπληκτική η μεταστροφή του ηθοποιού για την εξέλιξη του ρόλου του, όπου και πριν ο θεατής υποψιαζόταν την κερδοσκοπία του, όμως μετά, που έμεινε κυρίαρχος και με λεφτά, ξέφυγε. Ο Νικήτας σουλατσάρει και με την Ακουλίνα(Αθανασία Κουρκάκη),την κόρη του Πιοτρ, με την οποία διατηρεί σχέση. Δεν έχει αισθήματα, δεν μπορεί να είναι ποτέ αφοσιωμένος.

    Καταφτάνει ένας κολίγος για να τον βοηθάει σε δουλειές (Χρήστος Σαπουντζής ), με κινήσεις εντελώς φυσικές τινάζει το χιόνι από επάνω του, πριν μπει στο σπίτι. Δίνεται εμφανώς η αίσθηση του χιονιού. Και αυτός ο άνθρωπος δείχνει να έχει σηκώσει τον σταυρό του, με τον πόλεμο όπου συμμετείχε. Δεν πίνει πια ούτε αλκοόλ, μόνο δουλεύει σκληρά για να καταλήξει με όσα γίνονται μέσα στην απελπισία στο τέλος.

    Ο πατέρας του Ακίμ, έρχεται να ζητήσει λεφτά από το γιό και να τον δει και του δηλώνει ότι είναι « κακό πράγμα το χρήμα και ότι τον καταστρέφει!» Η εικόνα του είναι αποκρουστική, μοιάζει σα νονός της νύχτας, φορά κοσμήματα και έχει ξεφύγει, γυρνά με την κόρη του Πιοτρ, ενώ είναι παντρεμένος με τη γυναίκα του και σπαταλά λεφτά. Ο Ακίμ, απηυδισμένος, του δηλώνει ότι δε θέλει τα λεφτά του, ότι μετάνιωσε που ήρθε και τον προειδοποιεί ότι ο Θεός τους βλέπει από εκεί πάνω. Είναι μια φωνή της θείας δίκης. Ωραία ερμηνεία, καθώς ξεδιπλώνεται αυτός ο χαρακτήρας του καταπιεσμένου με αρχικά ασθενική με τραύλισμα μορφή άντρα, που όμως βρίσκει ευκαιρία να υψώσει το ανάστημα της ηθικής και να προδικάσει την τελική καταστροφή.

    Νικήτας και Ακουλίνα έχουν ισοπεδώσει την Ανίσα. Έχει ψωνίσει ο άντρας της για τη μικρή ένα σωρό πράγματα και για την Ανίσα τίποτα και επιπλέον, την πετά έξω.

    Ο πατέρας ασφυκτιά αι τον προειδοποιεί ότι «Πάει ολόισια για την καταστροφή του ! Η μία αμαρτία φέρνει την άλλη και την άλλη.» Ο Νικήτας γίνεται έξαλλος. Ο πατέρας του προτιμά να γίνει ζητιάνος, παρά να παραμείνει εκεί μέσα. Ο Νικήτας ζητά την μπαλαλάικά του, αλλά αυτή έχει σπάσει και την έχουν πάει για φτιάξιμο. Σύμβολο της χαμένης αθωότητας , αυθεντικότητας ψυχής. Σε μια φράση ο Νικήτας καταθέτει την βαριεστιμάρα του «Θεέ μου, βαρέθηκα τη ζωή μου!».

    Η Ακουλίνα μένει έγκυος από το Νικήτα. Γεννά ένα παιδί, που η μάνα του τον προτρέπει να της το πάρει, να το σκοτώσει και να το θάψει σε μια τρύπα, που θα ανοίξει στο κελάρι. Του δίνει δε την αξίνα στο χέρι. Εκείνος έχει ενδοιασμούς. Η μάνα του τον βάζει να θάψει το παιδί του, η δε Ανίσα θέλει να πάρει εκδίκηση από την Ακουλίνα και δε σκέφτεται ότι σκοτώνει, μέσα στο έρεβος της ψυχής της. Η σκηνή που ακολουθεί έχει μεγάλη ένταση, με υπέροχες ερμηνείες. Η μάνα του δίνει το παιδί για να το σκοτώσει, εκείνος το παίρνει, όμως δεν μπορεί να το κάνει, έχει κάποιο ηθικό δίλημμα, σκοτώνει όπως και να είναι ένα μωρό, το παιδί του. Η μάνα τον καθησυχάζει, καθώς τέτοιες αμαρτίες δεν τις κάνεις για αστείο. Έντονη συζήτηση με τη μάνα του, τραγική σκηνή «τι με βάλατε να κάνω;» Εκείνη του εξηγεί ότι δε γινότανε αλλιώς και θάβει το μωρό εκείνη, ακούγεται το φτυάρισμα, ενώ η Ανίσα επιτηρεί και ο επιστάτης κλείνει τα αυτιά της μικρής, ενώ το φτυάρισμα πρυτανεύει στη σκηνή.

    Η Ακουλίνα, η μητέρα του παιδιού σχεδόν τρελαίνεται. Διηγείται ότι είδε ένα όνειρο, ότι ήταν ξαπλωμένη σε μια άβυσσο, ενώ γίνεται το γαμήλιό της γλέντι, για να αποσιωπηθεί το γεγονός και να καλυφθεί η πομπή της. Καθώς ανοίγουν οι τοίχοι, όλοι οι καλεσμένοι φορούν μάσκες. Τίποτα δεν είναι αληθινό.

    Ο Νικήτας έβλεπε στα μάτια τους την επιδοκιμασία τους, ένιωθε ότι χάθηκε. Συναντά τη Μαρίνα, που σε αντίθεση με αυτόν ζει μια ήρεμη ζωή, δεν έχει παράπονο και τον καθησυχάζει με μια πράα φωνή πως ό, τι έγινε έγινε. « Δεν υπάρχει ζωή χωρίς πόνο!»

    Με όσα γίνονται ακόμα και ο κολίγος τους, που είχε σταματήσει το ποτό, αρχίζει να πίνει εκεί που δεν έπινε, δηλώνει ότι δε φοβάται τίποτα, ούτε και τον διάβολο. Ο Νικήτας θέλει να τιμωρήσει τον εαυτό του. Είναι απελπισμένος για το πώς τον καταντήσανε, ζητά συγνώμη από την Ακουλίνα, ομολογεί με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες το έγκλημά του, πως έπνιξε το μωρό του με μια σανίδα , πως κάθισε πάνω του και άκουσε τα κοκαλάκια του, που έσπαγαν. Ζητά συγχώρεση από το Θεό και παραδέχεται το κρίμα του.

    Η ατμόσφαιρα της παράστασης και οι ερμηνείες πλαισιώνονται από μια υπέροχη μουσική των Βαλέρια Δημητριάδου και Γιώργου Παπαγεωργίου.