Συνέντευξη στον Μάνο Κουκουβιό, με αφορμή την παράσταση "Ο Παρουσιαστής"

Επιμέλεια: Λιγνού Μαργαρίτα 

Πώς οι εικόνες από τα ταξίδια σου στον κόσμο και η ζωή στη θάλασσα έγιναν η έμπνευση για να γράψεις τον «Παρουσιαστή»;

Η θάλασσα μου έδωσε εικόνες, αλλά κυρίως μου αφαίρεσε βεβαιότητες. Όσο περισσότερο ταξίδευα, όσο περισσότερους ανθρώπους και πολιτισμούς γνώριζα, τόσο πιο καθαρό γινόταν πως μας απασχολούν τα ίδια πράγματα. Οι διαφορές μας είναι ελάχιστες, ό,τι κι αν μας λέει η γλώσσα, το χρώμα ή η σημαία στο διαβατήριο. Κάθε λιμάνι που άνοιγε μπροστά μου μού έδειχνε ανθρώπους που φοβούνται τα ίδια πράγματα, που θέλουν να τους αγαπήσουν με τον ίδιο τρόπο, που κουβαλάνε τις ίδιες ενοχές απέναντι στους δικούς τους. Αυτό δεν το έμαθα διαβάζοντας, το έζησα σε καμπίνες, σε γέφυρες πλοίων, σε ώρες βάρδιας που δεν τελειώνουν ποτέ. Υπάρχει και κάτι ακόμα, πιο σωματικό. Στη θάλασσα βρίσκεσαι απέναντι στον εαυτό σου με έναν τρόπο που δεν συμβαίνει αλλού.

Είκοσι δύο άνθρωποι, στη μέση του Ειρηνικού, ζουν κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, τρώνε μαζί, δουλεύουν μαζί, μοιράζονται τον ίδιο διάδρομο και το ίδιο τραπέζι για μήνες, κι όμως ο καθένας κουβαλάει τη δική του, βαθιά μοναξιά, κάτι που δεν το λέει σε κανέναν.

Αυτή η αντίφαση, το να είσαι περιτριγυρισμένος και μόνος ταυτόχρονα, είναι κάτι που ο «Παρουσιαστής» το έχει μέσα του σε κάθε σκηνή. Είναι η μοναχικότητα που δεν φεύγει ούτε όταν σε κοιτάζουν χιλιάδες μάτια, ίσα ίσα, μερικές φορές μεγαλώνει ακριβώς τότε.

 Τι σημαίνει για σένα, με απλά λόγια, η φράση «εξερευνώ αυτό που μας κάνει ανθρώπους» μέσα από το στούντιο σου;

Το στούντιο χτίστηκε γύρω από αυτή ακριβώς την ερώτηση. Αν αφαιρέσεις το φύλο, το χρώμα, την ταυτότητα, τις πεποιθήσεις, τι μένει; Ποιο είναι το απόσταγμα, το κομμάτι που δεν αλλάζει όσο διαφορετικοί κι αν φαινόμαστε απ' έξω; Δεν το ρωτάω σαν φιλοσοφική άσκηση, το ρωτάω γιατί χρειάζομαι μια απάντηση για να ξέρω τι ιστορία αξίζει να πω και ποια όχι.

Αυτό κυνηγάμε σε κάθε δουλειά που κάνουμε, όχι σαν σύνθημα αλλά σαν πυξίδα. Κάθε ιστορία που φτιάχνουμε ξεκινάει από αυτή την αφαίρεση, από το να βγάλουμε τις ετικέτες και να δούμε τι μένει από κάτω. Πολλές φορές αυτό που μένει είναι κάτι πολύ πιο μικρό και πολύ πιο ανθρώπινο απ' όσο περιμέναμε, ένας φόβος, μια ανάγκη αναγνώρισης, μια σχέση που δεν έκλεισε ποτέ σωστά. Κι αυτό το μικρό πράγμα είναι που τελικά μας ενδιαφέρει να δείξουμε στη σκηνή.

Σχεδίασες την παράσταση σαν μια ολόκληρη ιεροτελεστία από την άφιξη του θεατή, τι θέλεις να νιώσει κάποιος στα πρώτα λεπτά που θα πατήσει το πόδι του στο θέατρο;

Θέλω να νιώσει ότι μπαίνει σε έναν κοινό κόσμο, μια κοινή εμπειρία, όχι σε μια αίθουσα όπου απλώς παρακολουθεί κάτι από απόσταση. Από τη στιγμή που θα περάσει την πόρτα, θέλω να καταλάβει, ίσως χωρίς να το συνειδητοποιήσει αμέσως, ότι δεν είναι θεατής ενός σόου, είναι μέρος του κοινού που το ίδιο το έργο απευθύνεται. Αν έρθει με ανοιχτό δέκτη, θα ζήσει καταστάσεις που καθρεφτίζουν αυτά που τον απασχολούν στην καθημερινότητά του, ίσως πράγματα που δεν τα έχει πει ούτε στον εαυτό του. Αυτό που πραγματικά φοβάμαι είναι το αντίθετο σενάριο. Κάποιος που παλεύει με τη μοναξιά του και τους δικούς του δαίμονες, που βρίσκει το θάρρος να έρθει σε μια παράσταση μόνος, ελπίζοντας ίσως χωρίς να το ξέρει ότι θα βρει κάτι, και η μόνη στιγμή που μιλάει με άλλον άνθρωπο είναι όταν δείχνει το εισιτήριό του στην είσοδο.

Αυτό θα ήταν αποτυχία, όσο καλή κι αν είναι η παράσταση από μόνη της. Θέλω έναν κόσμο μέσα στο θέατρο που θα μιλήσει, που θα δημιουργήσει σύνδεση πριν καν σβήσουν τα φώτα, και ιδανικά, θα γεννηθεί και μια φιλία που θα σε συνοδεύει σε επόμενες παραστάσεις, σε άλλα θέατρα, σε άλλες βραδιές.

Σημειώνεις ότι σέβεσαι τον χρόνο και το εισιτήριο του κοινού, γιατί νιώθεις ότι αυτό το κομμάτι συχνά παραμελείται στις μέρες μας;

Ο χρόνος είναι το πιο πολύτιμο αγαθό που έχουμε, γιατί είναι το μόνο που δεν γυρίζει πίσω. Μπορείς να ξαναβγάλεις χρήματα. Υπάρχουν εκατό τρόποι να τον σπαταλήσεις, και το θέατρο δεν έχει το δικαίωμα να είναι ένας από αυτούς. Το κρατάω αυτό σαν όρκο απέναντι σε κάθε θεατή, πριν καν σκεφτώ την τέχνη ή το μήνυμα του έργου. Έχω βρεθεί σε καταστάσεις που μετάνιωσα ακόμα και το ένα ευρώ που έδωσα, νιώθοντας ότι ο χρόνος μου πήγε χαμένος για κάτι πρόχειρο ή ανειλικρινές. Αλλά έχω βρεθεί και σε καταστάσεις που πλήρωσα ακριβό αντίτιμο για μια εμπειρία τόσο ουσιαστική, που θα την ξαναπλήρωνα εκατό φορές με χαρά, χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό το δεύτερο είναι που κυνηγάω με κάθε παραγωγή που κάνω. Αν φύγει έστω κι ένας άνθρωπος από την παράσταση νιώθοντας ότι σπαταλήσαμε τα χρήματα ή τον χρόνο του, τότε έχω αποτύχει, ανεξάρτητα από το αν του άρεσε το έργο. Γιατί το αν αρέσει είναι υποκειμενικό, κανείς δεν μπορεί να το εγγυηθεί, αλλά το αν σεβάστηκες τον άνθρωπο απέναντί σου δεν είναι υποκειμενικό, είναι επιλογή. Θέλω να φύγει νιώθοντας ότι κάναμε μια τίμια προσπάθεια να τον φέρουμε στον κόσμo μας, ακόμα κι αν τελικά αυτός ο κόσμος δεν ήταν γι' αυτόν.

Τον Οκτώβριο το έργο σου ζωντανεύει στη σκηνή, ποιο είναι το κυρίαρχο συναίσθημα ή σκέψη που θέλεις να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας;

Υπάρχει ένα μαγικό μούδιασμα που σου δίνει το θέατρο, όταν όλες οι τέχνες δουλεύουν μαζί, η μουσική, τα φώτα, το χρώμα, το βίντεο, ο λόγος, και σε αφήνουν με μια σκέψη σαν «έζησα κάτι σπουδαίο, αλλά δεν μπορώ να το περιγράψω αμέσως». Δεν είναι κάτι που μπορείς να το σχεδιάσεις πάνω στο χαρτί, είναι κάτι που συμβαίνει όταν όλα τα κομμάτια βρουν το σωστό τους μέτρο ταυτόχρονα. Αν καταφέρουμε να δημιουργήσουμε αυτό το μούδιασμα, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα, θα είμαι τρισευτυχισμένος, γιατί ξέρω πόσο σπάνιο είναι. Πιο πρακτικά, σε ένα δεύτερο επίπεδο, θέλω να θυμούνται συγκεκριμένες στιγμές, όχι το σύνολο σαν μια θολή εντύπωση. Στιγμές που γέλασαν με κάτι απρόσμενο, στιγμές που ταυτίστηκαν με κάποιον από τους χαρακτήρες μου και είδαν κάτι δικό τους μέσα του, ίσως κάτι που δεν ήθελαν να παραδεχτούν πριν μπουν στο θέατρο. Αν μείνουν αυτές οι δύο μνήμες, το γέλιο και η ταύτιση, τότε ξέρω ότι φτιάξαμε κάτι καλό, κάτι που θα τους συνοδεύσει και μετά την έξοδο.

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο αλλά και το πιο όμορφο κομμάτι στο να αφήσεις τη ναυτιλία και την τεχνολογία για να εμπιστευτείς την καλλιτεχνική σου πλευρά;

Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι ποτέ εξωτερικό, είναι η φωνή μέσα σου που σε ρωτάει τι νομίζεις ότι πας να κάνεις. Τη θυμάμαι καλά από τα χρόνια στα πλοία. Τότε σκεφτόμουν ότι δεν θα υπάρχει θέση για μένα στη στεριά, ότι η ζωή μου είχε ήδη μια συγκεκριμένη πορεία χαραγμένη. Όταν τελικά βγήκα και δούλεψα στη στεριά, έκανα άλματα που δεν περίμενα καν από τον εαυτό μου, ακριβώς επειδή αγνόησα εκείνη τη φωνή αντί να την ακούσω. Τώρα, στο καλλιτεχνικό κομμάτι, ακολουθώ την ίδια ακριβώς συνταγή. Να μην ακούω αυτή τη φωνή και να βουτάω με τα μούτρα, χωρίς εγγυήσεις, χωρίς να ξέρω αν θα βγει σωστό.

Μέχρι στιγμής, κάθε φορά που το έκανα αυτό, μου έχει βγει σε πολύ καλό, και αυτό μόνο μου δίνει το θάρρος να συνεχίσω να το κάνω.

Πληροφορίες για την παράσταση: εδώ